Ένας άλλος
Δεκαεφτά Γενάρη 2026 και ανοίγω τις κουρτίνες. Ανοίγω τις κουρτίνες επαναλαμβάνω, όχι τα παντζούρια. Αρνούμαι τα βράδια όταν πέφτω για ύπνο να τα κλείνω. Αν ζούσα στον αρκτικό κύκλο θα φερόμουν διαφορετικά. Κάπου στη Σκανδιναβία υπάρχουν μόνο τζάμια. Δεν θυμάμαι που. Όμως ζω στη Θεσσαλονίκη και τα βράδια δεν κλείνω ποτέ τα παντζούρια της κρεβατοκάμαρας.
Η μέρα είναι μουντή. Βρέχει. Μια ασήμαντη βροχή που υπάρχει μόνο και μόνο για να σου σπάει τα νεύρα. Φοβάσαι είπες; Δεν θυμάμαι να είπα μέχρι τώρα τίποτα τέτοιο. Το παραδέχομαι όμως, όταν κλείνω τα παντζούρια φοβάμαι πιο πολύ. Αποκόβομαι απ' τον κόσμο, τον ουρανό, τα δέντρα, τα πουλιά κι ας παραμένει ανοιχτή η τηλεόραση, κι ας παραμένει ανοιχτό το τάμπλετ δίπλα στο κομοδίνο. Αν ήμουν αποδημητικό πουλί; Άφιξη στη Νότια Σαχάρα, θα διέσχιζα βραχώδη μέρη, απάγκιο σε οάσεις με πανύψηλες χουρμαδιές, θα χάζευα παραποτάμια χωριά, πλίνθινα σπίτια με μελαψούς, χαμογελαστούς βεδουίνους, καμήλες καμαρωτές να κάνουν το αγώι τους. Θα ήμουν σούπερ εν ολίγοις. Θα φοβόμουν; Μέχρι τώρα δεν το 'χα σκεφτεί καθόλου αυτό. Τα πουλιά είναι ελεύθερα και δεν φοβούνται τίποτα.
Ας υποθέσουμε λοιπόν πως είμαι πουλί και κει που πετώ, τσουφ, μ' αρπάζει στα καλά καθούμενα ένα γεράκι για πρωινό. Τιτιβίζω ξέγνοιαστο από κλαράκι σε κλαράκι, έχω φτιάξει τη φωλιά μου, έχω αγοράσει τα κατσαρολικά και όλα τα συναφή συμπράγκαλα, γεννώ τα παιδιά μου και μία ωραία πρωία, ο παλιόκαιρος, ένας αναιδής και πειναλέος όφις ή μια κατεργάρα αλεπού μού ρημάζει το σπιτικό. Νιώθουν τον φόβο τα πουλιά; Χτυπά η καρδιά τους δυνατά, τρέμει το χειλάκι τους, έχουν εφίδρωση, διεσταλμένες κόρες; Νιώθουν την απώλεια, τον φόβο του θανάτου, φοβούνται το Τέρας;
Το τέρας; Ποιο τέρας; Τι είναι τέρας για ένα πουλί; Για τον άνθρωπο, τέρας είναι ο περιπλανώμενος καρεκλάς των καλοκαιρινών παιδικών μας χρόνων, ένας προσβλητικός καθηγητής, ένας κακοποιητικός σύζυγος, ένας βάναυσος πατέρας, μια μητέρα μέγαιρα, ένας νάρκισσος αφεντικός. Το τέρας του πολέμου, το τέρας μιας δικτατορίας, το τέρας του αναπόφευκτου τέλους, το τέρας της συνήθειας που έχει φωλιάσει μέσα μας και σωπαίνουμε. Για ένα πουλί; Το τέρας κλουβί, το τέρας άνθρωπος, το τέρας μεγαλύτερο πουλί ή ζώο. Το άλλο πουλί, ο γείτονάς σου, που σου κλέβει τα χορτάρια από τη φωλιά με το έτσι θέλω ή έρχεται και κατσικώνεται στο σπίτι σου, γιατί βαριέται να μοχθήσει και δρα εκ του πονηρού. Αν ο γείτονάς σου είναι ένας κούκος, το πράγμα χειροτερεύει. Πετά απ' το μπαλκόνι τα δικά σου αυγά και βάζει τα δικά του. Σημεία και τέρατα. Έπειτα τρυπώνει βαθιά στο δάσος και επαναλαμβάνει χωρίς ενοχές το μονότονο τραγούδι του: "κούκου κούκου, κούκου".
Στη Θεσσαλονίκη λοιπόν κάποια πρωινά δεν βλέπεις τη μύτη σου απ' την ομίχλη. Προχωράς με το αμάξι και διακρίνεις μόνο τα επόμενα δύο μέτρα, προχωράς, σε πιάνει τρόμος, τα παιδιά στο πίσω κάθισμα, δεν βλέπεις, φοβάσαι, προχωράς, βλέπεις κατιτίς και ω του θαύματος φτάνεις επιτέλους στον προορισμό σου. Δεν υπάρχει σχεδιασμός, μόνο φόβος και ένστικτο. Κάνεις τον σταυρό σου και βαδίζεις. Αν όμως χάσεις τον προσανατολισμό σου και γκρεμοτσακιστείς στο παρακείμενο οικόπεδο; Τότε θα ακούσεις το τσαλαπατημένο χορτάρι να σου φωνάζει με περίσσιο θάρρος «σήκω από πάνω μου, ρε». Κι εσύ λοιπόν σωπαίνεις;
Αν ήμουνα χορτάρι... Χμμ, τότε ούτε παντζούρια, ούτε κουρτίνες.