Ένα αφήγημα & δύο ποιήματα

Προπατορικό αμάρτημα

Εγώ είμαι η Εύα
η κοιλιόδουλη τάχα κι άμυαλη γυναίκα
που παρασύρθηκε απ' τον Όφι
από τα φρου φρου και τα αρώματα
τα παχιά και τα ζουμερά φρούτα.

Πίσω από έναν πάγκο μαναβικής
με ρούχα δεύτερης ευκαιρίας
και ψεύτικα στολίδια
βρέξει χιονίσει
πουλώ την πραμάτειά μου.

Πού και πού δαγκώνω κάνα μήλο
και σκέφτομαι τα απαρέμφατα του βίου μου
να αδιαφορήσω για τα γέρικα χέρια μου
να ξεχάσω τον φόνο
να μείνω μ' έναν μπεκρή κι ανεπρόκοπο.

Τόλμησα κι έστειλα σε Κείνον
ένα γράμμα
να μας δεχτεί πίσω.
Αλήθεια για ποιο σφάλμα
μας πέταξε στο δρόμο
ακόμη αναρωτιέμαι.

Δεν μου απάντησε ποτέ
και με το δίκιο του.
Κατά πως φαίνεται ο κόσμος αλλάζει
ο ήλιος διστάζει να βγει
και το φεγγάρι αίμα στάζει.

Ένα αφήγημα & δύο ποιήματα





Η Ναυσικά στην τρίτη χιλιετία μ.Χ.

Καθόταν στην εξέδρα
και χάζευε τη βαρκαρόλα*.
Συνειρμικά δεν της ερχόταν τίποτα
πέρασαν τόσοι αιώνες.
Και στα ποιήματα όλο ψευτιές
για των Ελλήνων την υστεροφημία.

Προσπαθούσε να θυμηθεί τον ερχομό του.
Η σχεδία που καιγόταν στα βάθη του πελάγους
το λιγωμένο του βλέμμα πάνω της.
Τον είχε κοιτάξει θαρρετά στα μάτια
όπως δεν συνηθίζαν τότε οι γυναίκες.

Εκείνος έβρισκε συνέχεια προσχήματα
κι ανέβαλλε τον νόστο στην Ιθάκη.
Μια ψυχολογικά δεν ήταν έτοιμος
μια το πλοίο της γραμμής
του 'πεφτε λίγο.

Αχ, βρε πολύτροπε,
πρόλαβες και τα 'ψησες με τον αοιδό
τάχα δεν σε δελέασαν τα νιάτα μου.

Εξαίρεση δεν ήσουν.
Κι εσύ σαν άλλους πολλούς
λίγο να σου κουνιόμουνα
γυναίκα και παιδί
θα λησμονούσες μάνι μάνι.

Εξίσωση δύσκολη
εσύ εγώ
κι ανάμεσά μας το δίλημμα.


*Η βαρκαρόλα αποτελεί φαντασμαγορικό πολιτιστικό δρώμενο που λαμβάνει χώρα σε αρκετά νησιά (κυρίως στην Κέρκυρα) τους καλοκαιρινούς μήνες.


Χ. Τ. Ντρέιπερ: «Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες», 1909 (Ferens Art Gallery στο Hull της Αγγλίας)
Χ. Τ. Ντρέιπερ: «Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες», 1909 (Ferens Art Gallery στο Hull της Αγγλίας)




Ένας άλλος

Δεκαεφτά Γενάρη 2026 και ανοίγω τις κουρτίνες. Ανοίγω τις κουρτίνες επαναλαμβάνω, όχι τα παντζούρια. Αρνούμαι τα βράδια όταν πέφτω για ύπνο να τα κλείνω. Αν ζούσα στον αρκτικό κύκλο θα φερόμουν διαφορετικά. Κάπου στη Σκανδιναβία υπάρχουν μόνο τζάμια. Δεν θυμάμαι που. Όμως ζω στη Θεσσαλονίκη και τα βράδια δεν κλείνω ποτέ τα παντζούρια της κρεβατοκάμαρας.
Η μέρα είναι μουντή. Βρέχει. Μια ασήμαντη βροχή που υπάρχει μόνο και μόνο για να σου σπάει τα νεύρα. Φοβάσαι είπες; Δεν θυμάμαι να είπα μέχρι τώρα τίποτα τέτοιο. Το παραδέχομαι όμως, όταν κλείνω τα παντζούρια φοβάμαι πιο πολύ. Αποκόβομαι απ' τον κόσμο, τον ουρανό, τα δέντρα, τα πουλιά κι ας παραμένει ανοιχτή η τηλεόραση, κι ας παραμένει ανοιχτό το τάμπλετ δίπλα στο κομοδίνο. Αν ήμουν αποδημητικό πουλί; Άφιξη στη Νότια Σαχάρα, θα διέσχιζα βραχώδη μέρη, απάγκιο σε οάσεις με πανύψηλες χουρμαδιές, θα χάζευα παραποτάμια χωριά, πλίνθινα σπίτια με μελαψούς, χαμογελαστούς βεδουίνους, καμήλες καμαρωτές να κάνουν το αγώι τους. Θα ήμουν σούπερ εν ολίγοις. Θα φοβόμουν; Μέχρι τώρα δεν το 'χα σκεφτεί καθόλου αυτό. Τα πουλιά είναι ελεύθερα και δεν φοβούνται τίποτα.
Ας υποθέσουμε λοιπόν πως είμαι πουλί και κει που πετώ, τσουφ, μ' αρπάζει στα καλά καθούμενα ένα γεράκι για πρωινό. Τιτιβίζω ξέγνοιαστο από κλαράκι σε κλαράκι, έχω φτιάξει τη φωλιά μου, έχω αγοράσει τα κατσαρολικά και όλα τα συναφή συμπράγκαλα, γεννώ τα παιδιά μου και μία ωραία πρωία, ο παλιόκαιρος, ένας αναιδής και πειναλέος όφις ή μια κατεργάρα αλεπού μού ρημάζει το σπιτικό. Νιώθουν τον φόβο τα πουλιά; Χτυπά η καρδιά τους δυνατά, τρέμει το χειλάκι τους, έχουν εφίδρωση, διεσταλμένες κόρες; Νιώθουν την απώλεια, τον φόβο του θανάτου, φοβούνται το Τέρας;
Το τέρας; Ποιο τέρας; Τι είναι τέρας για ένα πουλί; Για τον άνθρωπο, τέρας είναι ο περιπλανώμενος καρεκλάς των καλοκαιρινών παιδικών μας χρόνων, ένας προσβλητικός καθηγητής, ένας κακοποιητικός σύζυγος, ένας βάναυσος πατέρας, μια μητέρα μέγαιρα, ένας νάρκισσος αφεντικός. Το τέρας του πολέμου, το τέρας μιας δικτατορίας, το τέρας του αναπόφευκτου τέλους, το τέρας της συνήθειας που έχει φωλιάσει μέσα μας και σωπαίνουμε. Για ένα πουλί; Το τέρας κλουβί, το τέρας άνθρωπος, το τέρας μεγαλύτερο πουλί ή ζώο. Το άλλο πουλί, ο γείτονάς σου, που σου κλέβει τα χορτάρια από τη φωλιά με το έτσι θέλω ή έρχεται και κατσικώνεται στο σπίτι σου, γιατί βαριέται να μοχθήσει και δρα εκ του πονηρού. Αν ο γείτονάς σου είναι ένας κούκος, το πράγμα χειροτερεύει. Πετά απ' το μπαλκόνι τα δικά σου αυγά και βάζει τα δικά του. Σημεία και τέρατα. Έπειτα τρυπώνει βαθιά στο δάσος και επαναλαμβάνει χωρίς ενοχές το μονότονο τραγούδι του: "κούκου κούκου, κούκου".
Στη Θεσσαλονίκη λοιπόν κάποια πρωινά δεν βλέπεις τη μύτη σου απ' την ομίχλη. Προχωράς με το αμάξι και διακρίνεις μόνο τα επόμενα δύο μέτρα, προχωράς, σε πιάνει τρόμος, τα παιδιά στο πίσω κάθισμα, δεν βλέπεις, φοβάσαι, προχωράς, βλέπεις κατιτίς και ω του θαύματος φτάνεις επιτέλους στον προορισμό σου. Δεν υπάρχει σχεδιασμός, μόνο φόβος και ένστικτο. Κάνεις τον σταυρό σου και βαδίζεις. Αν όμως χάσεις τον προσανατολισμό σου και γκρεμοτσακιστείς στο παρακείμενο οικόπεδο; Τότε θα ακούσεις το τσαλαπατημένο χορτάρι να σου φωνάζει με περίσσιο θάρρος «σήκω από πάνω μου, ρε». Κι εσύ λοιπόν σωπαίνεις;

Αν ήμουνα χορτάρι... Χμμ, τότε ούτε παντζούρια, ούτε κουρτίνες.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: