Από χαρτί

Test Rorschach
Test Rorschach




Ένα αγόρι γράφει σε ένα ημερολόγιο. Το στυλό κλυδωνίζεται στα χέρια του. Από μακριά φαίνεται σαν να τραβάει κατακόρυφες γραμμές κατ’ επανάληψη. Γράφει γρήγορα και πυκνά∙ το χέρι του σπάνια ανασηκώνεται για να μετακινηθεί επάνω στο χαρτί. Οι χιονάτες σελίδες αμαυρώνονται μετά την επιδρομή του, και μοιάζουν με καμένο δάσος όπου φυτρώνουν γράμματα.
Κάθεται επάνω σε ένα παγκάκι, στο πάρκο, με τα πόδια του να πατούν στο κάθισμα, και πάνω στο μαύρο του παλτό πέφτουν λευκές, δαντελωτές νιφάδες. Σύντομα, οι ώμοι του μοιάζουν να έχουν στολιστεί με περίτεχνα σεμεδάκια.
Σε κάποια στιγμή, μια νιφάδα πέφτει επάνω στη σελίδα του τετραδίου του. Μια αναιδής χιονονιφάδα που μουντζουρώνει το γραπτό του. Οι καλλιγραφίες του νέου δακρύζουν, και oι λακκούβες του χαρτιού μετατρέπονται σε κρατήρες, όπου το μελάνι συγκεντρώνεται, κι έπειτα αναβλύζει και δημιουργεί νέα σχήματα. Το αγόρι τα παρατηρεί∙ τα δάχτυλά του έχουν παγώσει και μετά βίας προσπαθεί να γυρίσει τις σελίδες. Κι εκείνες, κολλούν μεταξύ τους από την υγρασία, και παραμένουν ενωμένες και δακρυρροούν, ενώ το μελάνι αναμειγνύεται με το χιόνι, που πέφτει πιο πυκνό τώρα∙ και φτιάχνει σχήματα, τόσα σχήματα!
Το αγόρι κάθεται και τα κοιτάει με μάτια ίδια, με εκείνα που κοιτούσε τα σύννεφα μικρός.
«Να ένα ιγκλού!», λέει στον εαυτό του. Μα το ιγκλού αλλάζει και γίνεται «δέντρο», μετά «πύρινο στεφάνι» κι έπειτα «φύλλα που τα παίρνει ο αέρας». Κι έπειτα…
Μια ανάσα ακούγεται από το χαρτί και μια κοπέλα από μελάνι αρχίζει να δημιουργείται. Η μορφή της αναδύεται μέσα από το ημερολόγιο. Πρώτα έχει κλειστά μάτια, και αγκαλιάζει με τα χέρια τα πόδια της. Ακουμπάει το κεφάλι επάνω στα γόνατά της. Φαίνεται να κοιμάται, όμως η πλάτη της ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά, και στον ίδιο ρυθμό μουρμουρίζει έναν σκοπό. Μετακινεί το βάρος της αρμονικά, μία από τη μία πλευρά, και μία από την άλλη. Το μελάνι, πριν την εμφάνιση του κοριτσιού, διασκορπισμένο επάνω στις σελίδες, θύμιζε τεστ τύπου Rorschach. Τώρα λιγοστεύει. Συγκεντρώνεται και θρέφει τη φιγούρα της κοπέλας, η οποία είναι πιο ευδιάκριτη πλέον. Τα μαλλιά της μακραίνουν, η μορφή της γίνεται πιο πληθωρική, τα χέρια και τα πόδια της πιο δυνατά, και τα μάτια της ανοίγουν.
Ανοίγουν, και είναι λευκά σαν άγραφο χαρτί…
«Ποια είσαι;», τη ρωτάει το αγόρι, κρατώντας το ημερολόγιο ανοιχτό, με τα δυο του χέρια.
Εκείνη κινείται πάνω-κάτω στις λευκές πια σελίδες, σαν να βρίσκεται μόνη της σε μια αίθουσα χορού.
«Είσαι φτιαγμένη από μελάνι και λέξεις», επιμένει εκείνος.
Η κοπέλα φαίνεται να μην τον ακούει. Το αγόρι φυλλομετρά το ημερολόγιο, κι εκείνη μετακινείται στις πλαϊνές επιφάνειες των σελίδων, αποφεύγοντας κάθε φορά την επόμενη σελίδα, που έρχεται καταπάνω της. Το αγόρι καταλαβαίνει ότι το βλέπει σαν παιχνίδι, και ξεφυλλίζει το ημερολόγιο πότε από τη μία πλευρά, πότε από την άλλη.
«Αρκετά!», λέει το αγόρι, χάνοντας την υπομονή του και κλείνει το τετράδιο, μαζί και τον δείκτη του, ανάμεσα στις σελίδες. Το ανοίγει όμως αμέσως, από φόβο μήπως έχασε για πάντα τη χάρτινη κοπέλα.
Η κοπέλα δεν υπάρχει πουθενά. Οι σελίδες είναι άδειες, και κυματιστές, λόγω της καταπόνησής τους από την υγρασία του χιονιού. Σηκώνει το βλέμμα και βλέπει την κοπέλα να αιωρείται ακριβώς μπροστά του. Το αγόρι μετακινεί το ημερολόγιο και η κοπέλα κινείται κι εκείνη μαζί του, ανάλογα με την κατεύθυνση του τετραδίου, χωρίς να απομακρύνεται πολύ, σαν να είναι συνδεδεμένη με κάποιον αόρατο σελιδοδείκτη.
Η κοπέλα πατάει με το πόδι της και γράφει «ελευθερία» με μελάνι.
«Αυτό είναι το όνομά σου;»
«Όχι», γνέφει εκείνη. «Θέλω», γράφει ξανά με το ίδιο πόδι, κι αυτό έχει κοντύνει τώρα αισθητά, σε σχέση με το άλλο.
Το αγόρι βγάζει από την τσέπη του παλτό του άλλα δύο στιλό, τα σπάει και το μελάνι λούζει και τους δύο. Το πόδι της κοπέλας μεγαλώνει ξανά, κι έπειτα κοιτάει το ρολόι στο χέρι του αγοριού. Κοντεύει 15.00. Η γυαλιστερή του επιφάνεια συναντάει μια αχτίδα φωτός, και δημιουργεί πολύχρωμα πρίσματα.
Η κοπέλα κοιτάει τα χρώματα.
«Ορίστε», λέει το αγόρι και της δίνει το ρολόι.
Εκείνη το κρατάει στα χέρια της και το δοκιμάζει. Φτιάχνει κι εκείνη πρίσματα φωτός! Δοκιμάζει να το δέσει γύρω από τον καρπό της και η μορφή της αρχίζει να ξεθωριάζει.
Προλαβαίνει να του πει μόνο: «Χρόνος ο πανδαμάτωρ», και εξαφανίζεται.
Ένα κοτσύφι περνάει από μπροστά του, και με τη δυνατή φωνή του, τον ξαφνιάζει. Ψάχνει στην τσέπη για την ταμπακιέρα του. Όταν τη βρίσκει, κοιτάζει τα χέρια του. Αυτά δεν είναι δικά του. Είναι ταλαιπωρημένα, με φουσκωτές φλέβες και ρόζους. Όταν καταφέρνει να ανοίξει την ταμπακιέρα, βλέπει ένα κεφάλι που μοιάζει με το δικό του, στεφανωμένο με γκρίζα μαλλιά.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: