Η Έι και το ερωτοχτάποδο

Η Έι και το ερωτοχτάποδο
( Παραμύθι για ενήλικες )

Ήταν, που λέτε, πλασμένοι ο ένας για την άλλη και η άλλη για τον έναν· για παράδειγμα, εκείνη είχε ένα όνομα τόσο δα μικρό, την έλεγαν Έι, και εκείνος ένα χαϊδευτικό τόσο πολυσύλλαβο που όταν το πρόφερε (εκείνη) δυσκολευόταν να το πει με μια ανάσα. Τον αποκαλούσε: ερωτοχτάποδο... Αυτά βέβαια τα λένε οι συγγραφείς που ξέρουν τα πάντα, γιατί την ώρα που αρχίζει η ιστορία μας το ερωτοχτάποδο ούτε ξέρει ότι το λένε ερωτοχτάποδο ούτε ότι ήταν πλασμένος για την Έι… ή μήπως το ήξερε;

Γνωρίστηκαν το έτος όσα τα πόδια του συν άλλα 10. Η Έι από την πρώτη στιγμή που το είδε, ένιωσε έντονη την επιθυμία να τυλιχτεί γύρω του. Πώς να τυλιχτεί, όμως, η μικρούλα Έι γύρω από κοτζάμ ερωτοχτάποδο; Και, κυρίως, πού να το βρει για να τυλιχτεί γύρω του έτσι μοναχικό που ήταν; Περνούσε ο καιρός και οι μήνες και… τίποτα, δεν την άφηνε επουδενί να το συναντήσει για να διεκδικήσει τις τρεις καρδιές του και τους δύο εγκεφάλους του.

Ώσπου μια φθινοπωρινή μέρα, πρωί πρωί, η Έι το πήρε απόφαση και κίνησε να πάει μέχρι το θαλάμι του ερωτοχτάποδου. Εκεί το πέτυχε στην αυλή του την ώρα που έβαζε ενυδατική κρέμα στις βεντούζες του και, τρέμοντας από το τρακ, το πλησίασε, άνοιξε διάπλατα τα χέρια της και αποπειράθηκε να το αγκαλιάσει· προσπάθησε, δηλαδή, να του δείξει τα αισθήματά της, αλλά εις μάτην. Το ερωτοχτάποδο, συνηθισμένο να είναι εκείνο που τυλίγεται σφιχτά γύρω από φίλους και εχθρούς, την απέφυγε τρομοκρατημένο, όπως ο διάολος το λιβάνι, της έριξε πολύ μα πάρα πολύ μελάνι και μπήκε έντρομο να κρυφτεί στο σπιτικό του.

Η μικρούλα Έι, φύσει και θέσει γήινο πλάσμα, δεν γνώριζε ούτε από μελάνια ούτε από θαλάμια… Έτσι, παρόλη την επιμονή της να διαλύσει τη χρωστική ουσία και να αγγίξει επιτέλους τον αγαπημένο της, οι προσπάθειές της δεν διαφαινόταν να την οδηγούν σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη εκεί… δεν είχε σκοπό να καταθέσει εύκολα τα όπλα.

Το ερωτοχτάποδο, όμως, ε δεν ήταν και κανένα χθεσινό χταπόδι (ξύπνια φάρα οι κεφαλοποδαίοι)· είχε φτιάξει κι άλλη τρύπα, μυστική, στο θαλάμι του και την έκανε από εκεί για να αποφύγει την Έι που, όπως προείπαμε, δεν το ’βαζε κάτω και περίμενε μπάστακας απ’ έξω για να το αγκαλιάσει. Μόλις βγήκε, λοιπόν, από τη μυστική έξοδο, πήγε κατευθείαν στη μάγισσα του βυθού για να ζητήσει να του φτιάξει ένα μαγικό φίλτρο το οποίο θα κρατούσε οριστικά και αμετάκλητα την Έι μακριά του. Η μάγισσα, που είχε βαρεθεί όλα αυτά τα χρόνια να της ζητάει ο κάθε τυχάρπαστος του βυθού ό,τι του κατέβαινε, στραβομουτσούνιασε στην ιδέα και μόνο ότι κάποιος χτυπάει τη φυκόπορτά της.

«Καλησπέρα, μάγισσα του βυθού!»

«Δεν ξέρεις καν πώς με λένε, ασεβές μαλάκιο;»

Το ερωτοχτάποδο που δεν το είχε, όπως ήδη έχετε καταλάβει, και πολύ με τις κοινωνικές σχέσεις, κόμπιασε, πρασίνισε (αυτό κάνουν τα μαλάκια όταν ντρέπονται) και στο τέλος είπε: «Θέλω να με απαλλάξετε πάση θυσία από ένα αλλόκοτο πλάσμα που επιμένει να με αγκαλιάσει», και, καθώς το έλεγε, έβαλε από συστολή ένα πλοκάμι μπροστά στα μάτια του. Η μάγισσα ήξερε ό,τι συνέβαινε στο βυθό, καθώς δεχόταν καθημερινά επίσκεψη από τις κουτσομπόλες κουτσομούρες. Αυτές, λοιπόν, στη σημερινή τους κουτσομπολοεπίσκεψη, της είχαν αναφέρει την ύπαρξη ενός χαριτωμένου πλάσματος έξω από το θαλάμι του χταποδιού.

Χμ, σκέφτηκε, κατάλαβα τι ακριβώς θέλει να ξεφορτωθεί αυτός ο θαλάσσιος φλώρος… (Ξεχάσαμε να σας πούμε ότι η προηγούμενη θητεία της μάγισσας ήταν στη στεριά, αλλά μετά από μια αποτυχημένη αναλογία στη μίξη κάποιου φίλτρου, την εξοστράκισαν, πάνε χρόνια τώρα, στο βυθό. Έτσι, γνώριζε πολύ καλά κι από φλώρους κι από χαριτωμένα πλάσματα σαν την Έι).

«Τι είπες, μαλάκιο, ότι σ’ έφερε μέχρι τη φυκόπορτά μου;», έκανε σαν να μην είχε ακούσει καλά, με μάτια που σπιθοβολούσαν δυο φορές κακόβουλα, μια γιατί ήταν κακή μάγισσα κι άλλη μια γιατί ποτέ της δεν είχε χωνέψει τον εξοστρακισμό της στο βυθό από τους ηλίθιους του ΠΣΜ (Παγκοσμίου Συμβουλίου Μαγισσοηθικής).

«Με κυνηγάει, σας λέω, ένα αλλόκοτο πλάσμα με κίτρινα μαλλιά, μακριά χέρια και πόδια, και μεγάλο κόκκινο στόμα! Το φοβάμαι!!! Ποτέ μου δεν έχω δει τόση επιμονή. Τι θέλει από μένα;», ρώτησε το ερωτοχτάποδο και έχυνε ποτάμι τα δάκρυα που όμως κανείς δεν έβλεπε γιατί, μην το ξεχνάτε, βρισκόμαστε στο βυθό της θάλασσας.

«Άκου να δεις, φίλε μου, έχω γνωρίσει σωρεία φλώρων και φλωρομαλακίων, αλλά σαν κι εσένα πρώτη φορά», είπε η στριφνή μάγισσα ανασηκώνοντας το δεξί της φρύδι. Και συνέχισε: «Πώς είναι δυνατόν ένα χταπόδι του βεληνεκούς σου να φοβάται ένα τέτοιο άκακο πλάσμα;». «Δεν είναι άκακο», κλαψούρισε το χταπόδι, «και γι’ αυτό θέλω κάποιο από τα ερωτοαπωθητικά σας ματζούνια». Μωρέ, ματζούνι θες εσύ;, θα το ’χεις, αλλά με τα συστατικά που θέλω εγώ, σκέφτηκε και γέλασε χαιρέκακα η μάγισσα. «Καλά, λοιπόν, σταμάτα να μυξοκλαίς. Έλα αύριο το πρωί να πάρεις το φίλτρο για να κρατηθεί επιτέλους η… αλλόκοτη μακριά σου. Κρίμα το μπόι σου και τα οκτώ σου πόδια», το τελευταίο το είπε μέσα από τα δόντια της (ε, καλά, μέσα από όσα δόντια τής είχαν απομείνει).

Κατεβάζει, λοιπόν, το ερωτοχτάποδο [πρέπει να διευκρινίσουμε σε αυτό το σημείο ότι έτσι το αποκαλούσε η Έι στις φίλες της, στην πραγματικότητα το χταπόδι μας το έλεγαν Ρρρρκγγξξ, αλλά αυτό το όνομα μόνο χταπόδια μπορούν να το προφέρουν] την κουκούλα μέχρι τα πλοκάμια του (του είχαν πει ότι του πάει έτσι) και μια και δυο γυρίζει στο θαλάμι του. Την ώρα όμως που διέσχιζε την αυλή, διακρίνει μισοχωμένο κάτω από το φυκοχαλάκι της εξώπορτάς του ένα πλαστικοποιημένο σημείωμα. «Μήνυμα από την Άνθια», αναφώνησε χαρούμενο και, γεμάτο προσμονή, σήκωσε την κουκούλα του για να μπορέσει να το διαβάσει.

————

Ποτέ δεν είχα φανταστεί, ερωτοχτάποδό μου, ότι θα γνωρίσω ένα πλάσμα σαν κι εσένα. Και τώρα που σε βρήκα, δεν μ’ αφήνεις να σ’ αγκαλιάσω. Γι’ αυτό, πρέπει να πάρω του μισεμού το δρόμο.
Με αγάπη, Έι.

Υ.Γ. Επειδή τα δρομολόγια του θαλασσολεωφορείου έχουν σταματήσει λόγω του περασμένου της ώρας, απόψε θα καταλύσω στην πανσιόν του κυρίου Σαχλαμάρη.

————

Το ερωτοχτάποδο διάβασε, σαστισμένο, ξανά και ξανά το πλαστικοποιημένο σημείωμα με τα φούξια γράμματα («τι χρώμα, Θεέ μου», μονολόγησε) και μπήκε τρέχοντας στο θαλάμι του. Πήγε αμέσως στη βιβλιοθήκη, φτιαγμένη από ανθεκτικά κοράλλια εισαγωγής (από Ωκεανία), και άνοιξε το λεξικό να δει τι στο δαίμονα σημαίνει η λέξη «μισεμός». Θα μας πείτε τώρα, είναι σοβαρή αντίδραση αυτή; Τι να πούμε, το χταπόδι μας είχε πάθος με τις λέξεις και νόμιζε ότι τις ξέρει όλες ή σχεδόν όλες. Καλά, αρχίσατε τα χασμουρητά, επιστρέφουμε στην ιστορία μας.

Μόλις εντόπισε τη λέξη, τη σημείωσε στο ΣΑΛ (Σημειωματάριο Άγνωστων Λέξεων), το οποίο ήταν γεμάτο σκόνη από την αχρησία και βρισκόταν παροπλισμένο σε μια γωνιά της τεράστιας βιβλιοθήκης του. Ύστερα, κοίταξε τη φωτογραφία της Άνθιας, που την είχε σε περίοπτη θέση στο γραφείο του, και της χαμογέλασε με σφιγμένα χείλη, κρύβοντας την τέλεια οδοντοστοιχία του (μα, καλά, κανείς δεν είχε βρεθεί να του πει μέχρι τότε πόσο πιο όμορφο ήταν όταν χαμογελούσε δίχως να σφίγγει τα χείλη του;). Στη συνέχεια, πήρε το πλαστικοποιημένο σημείωμα της Έι και βάλθηκε να το κάμπτει μια από τη μια, μια από την άλλη, πολύ προβληματισμένο. Αμέσως μετά, έψαξε μηχανικά στο διαδίκτυο τη διεύθυνση της πανσιόν του κυρίου Σαχλαμάρη. Έφερε στο μυαλό του εκείνο το αλλόκοτο πλάσμα: τα μάτια, τα μαλλιά, τα λεπτά του άκρα, το χαμόγελό του (που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί, να το πούμε κι αυτό). Τι θα κάνω με αυτό το πλάσμα; ψέλλισε…

Στο μεταξύ, η Έι, με τα κίτρινα μαλλιά και το κόκκινο στόμα, είχε αράξει, κουρασμένη, τα μακριά άκρα της στο διπλό σούπερ ντούπερ κρεβάτι του δωματίου 709 της πανσιόν του Σαχλαμάρη και σκεφτόταν τις επόμενες κινήσεις της. Φυσικά και δεν σκόπευε έτσι εύκολα να φύγει και να παρατήσει τον αγαπημένο της (έτσι αποκαλούσε από μέσα της το ερωτοχτάποδο) όσο κι αν εκείνος τσίναγε και την απέφευγε. Με τίποτα! Κάτι τέτοιο ήταν πάνω από τις δυνάμεις της. «Η επιμένουσα νικά…», μονολόγησε γεμάτη πείσμα, χαζεύοντάς τον σε μια φωτογραφία που εντόπισε στο διαδίκτυο. Την ονειροπόλησή της τη διέκοψε ένα επίμονο χτύπημα στην πόρτα του 709.

Η καβουρομάνα-καμαριέρα, χαμογελώντας επιτηδευμένα, της έδωσε ένα φάκελο, και η Έι, απορημένη, τον πήρε στα χέρια της και διάβασε: από Ρρρρκγγξξ. Ευχαρίστησε βιαστικά την καβουρομάνα-καμαριέρα κι έκλεισε την πόρτα ταραγμένη. Με τρεμάμενα χέρια έσκισε άγαρμπα το φάκελο. Δεν έγραφε πολλά. Αγαπητή Έι, λυπάμαι αλλά δεν μπορούμε να αγκαλιαστούμε. Μην επιμένεις. Τα ματάκια της Έι γέμισαν δάκρυα. Τα σκούπισε όπως όπως, ντύθηκε, μάζεψε τα λιγοστά της πράγματα και κατέβηκε στη ρεσεψιόν. Το παρασιτικό ισόποδο που είχε βάρδια εκείνη τη στιγμή, είχε αποκοιμηθεί στον πάγκο κι αναγκάστηκε να το σκουντήξει προκειμένου να το ξυπνήσει. «Ένα ταξί, μπορείτε να καλέσετε ένα ταξί;», είπε προσπαθώντας να μην αναλυθεί σε αναφιλητά. «Έχει μια πιάτσα, βγαίνοντας δεξιά, στη γωνία», ψέλλισε το παρασιτικό ισόποδο, μην μπορώντας να κρύψει την τσαντίλα του. Βλέπετε, δευτερόλεπτα πριν, αγκαλιαζόταν στο όνειρό του με τη γλυκιά κουτσομούρα Λίζυ (από τη γνωστή παρέα στην οποία προαναφερθήκαμε, μην τα ξαναλέμε) που τον είχε πλησιάσει με σκοπούς που δικαιολογούσαν τον επιθετικό προσδιορισμό που τη συνόδευε. «Το ισόποδό μου μέσα!!! Ποτέ δεν θα μάθω τι έγινε στη συνέχεια», μουρμούρισε δίχως ίχνος επαγγελματισμού ο αγενής ρεσεψιονίστ.

Με το που άνοιξε την πόρτα της πανσιόν, η Έι αντίκρισε την απόκοσμη σκοτεινιά του βυθού. Έστριψε αριστερά (δεξιά, της είχε πει το ισόποδο, αλλά είχε κάνει λάθος) και κατευθύνθηκε στην πιάτσα όπου βρίσκονταν τρία νυσταγμένα ταξί. Άνοιξε την πίσω πόρτα του πρώτου απ’ αυτά, που το οδηγούσε μια ψωμωμένη μουρμούρα, και είπε με σπασμένη φωνή: «Στο θαλάμι του ερωτοχτ…, ε, στο θαλάμι του Ρκγξ, γρήγορα!». «Του ποιανού;», ρώτησε η μουρμούρα μπερδεμένη από την άθλια προφορά της Έι.

Εκείνη τη στιγμή ήχησε το τελευταίας τεχνολογίας κινητό της Έι και το έβγαλε ανόρεχτα από την τσάντα της: Δεν πιστεύω να ξέχασες την αυριανή σύσκεψη; Σε θέλω εδώ στις 08:00. Η διάθεσή της χάλασε ακόμα περισσότερο. Η καπάτσα μουρμούρα, χρόνια στο κουρμπέτι, την κοίταξε εξεταστικά μέσα από τον καθρέφτη. «Βάσανα, μικρή;», είπε. «Όχι, τίποτα τίποτα», απάντησε η Έι που δεν της άρεσε καθόλου να ανακατεύονται στις υποθέσεις της και που εκείνη τη στιγμή σκεφτόταν τι δρόμο να διαλέξει: «Να πάω να βρω το ερωτοχτάποδο ή να γυρίσω εκεί που ξέρω ότι με περιμένει μια σίγουρη προαγωγή;». Ξεχάσαμε πάλι να σας πούμε ότι η Έι ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος σε μια πολυεθνική εταιρία εξόρυξης μεταλλευμάτων και είχε κάνει πολλές θυσίες για την επαγγελματική της ανέλιξη. Υπήρχε, επομένως, ένα περιβάλλον που επιζητούσε με ανυπομονησία τις υπηρεσίες της κι ένα άλλο που την απέφευγε μετά βδελυγμίας. «Εδώ σε θέλω κάβουρα», είπε η μουρμούρα σαν να διάβαζε τη σκέψη της.

Τη στιγμή που η Έι κατευθύνεται νυχτιάτικα με το ταξί, γι’ άλλη μια φορά, προς το θαλάμι του ερωτοχτάποδου, η μάγισσα του βυθού (Λόλα την έλεγαν όταν δούλευε στη στεριά, αλλά εδώ στο βυθό δεν το ξέρει κανείς) έχει τεντώσει τις στραβές αρίδες της στον καναπέ και βλέπει για δέκατη φορά τον πρώτο κύκλο του Casa de Papel (γουστάρει τρελά τον Profesor). Στην κουζίνα, έχει βάλει στο μάτι μια λιγδιασμένη κατάμαυρη κατσαρόλα και βράζει μέσα κάτι κρεμμύδια με φύκια. Η βρόμα που αναδύει το «μαγικό φίλτρο» είναι απαίσια (και λίγο λέμε). Θα δώσω αυτή τη βλακεία στο μαλάκιο όταν έρθει και θα γελάσει κάθε πικραμένος, χαχάνισε ξύνοντας την τεράστια μύτη της και κοιτάζοντας λιγούρικα τον Profesor που εκείνη τη στιγμή μιλούσε από ένα κόκκινο τηλέφωνο με μια ξανθιά που πολύ, μα πάρα πολύ την τσάντιζε τη μάγισσα του βυθού.

Η μουρμούρα σταμάτησε το ταξί στην οδό Γουστάβου Αδόλφου Μπέκερ 14, έξω ακριβώς από το θαλάμι που της είχε υποδείξει η Έι. Εκείνη της έδωσε το αντίτιμο της κούρσας και η μουρμούρα τής έκλεισε πονηρά το μάτι: καλού κακού, θα μείνω να σε περιμένω κανένα τεταρτάκι. Κάτι τέτοια έφερναν την Έι σε μεγάλη αμηχανία, το αντιπαρήλθε όμως, και βγήκε από το ταξί. Τίναξε την ξανθιά της κώμη και μ’ ένα χαρτομάντιλο αφαίρεσε λιγάκι από το κόκκινο κραγιόν (θα καταλάβετε παρακάτω το λόγο). Παρόλο που η καρδιά της χόρευε άτακτα, χτύπησε αποφασιστικά την πόρτα του wanna be καλού της. Το χταπόδι, μισοζαλισμένο από τη μετάφραση ενός βιβλίου του Χούλιο Κορτάσαρ (χμ, δεν το έχουμε πει, ε; Ήταν εξαιρετικός μεταφραστής ισπανόφωνης λογοτεχνίας στα χταποδίσια), άνοιξε την πόρτα χωρίς προηγουμένως να ρωτήσει ποιος ήταν. Η Έι τού χάρισε το πιο γλυκό της χαμόγελο κι εκείνο δεν ήξερε πώς να κρύψει το σάστισμά του. Εκείνη, βλέποντάς το τόσο θελκτικό μέσα στην γκρι φόρμα και το μαύρο T-shirt του, άπλωσε τα χέρια της και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του (καταλαβαίνετε τώρα γιατί αφαίρεσε το κραγιόν), επαναλαμβάνοντας πολλές φορές: «ερωτοχτάποδό μου, ερωτοχτάποδό μου…».

Το ερωτοχτάποδο [μην μας πείτε ότι αιφνιδιάζεστε] σάστισε και έσφιξε ερμητικά τα χείλη του. Η Έι χαμογέλασε αμήχανα, κοντοστάθηκε για λίγο με την ελπίδα ότι ίσως εκείνο άλλαζε στάση, αλλά πού... Τότε έστρεψε το κεφάλι της και με βλέμμα θολό από το κλάμα, εντόπισε στο μισοσκόταδο τη μουρμούρα, η οποία, ακουμπισμένη στο καπό του ταξί της, μετρούσε το μεροκάματό της και σκεφτόταν τη δερμάτινη τσάντα στη βιτρίνα της μπουτίκ της Άννας της ζαργάνας. Κατευθύνθηκε προς το μέρος της, άνοιξε την πίσω πόρτα του ταξί και της είπε αποφασιστικά: «Στο μεταίχμιο [για τους αδαείς: το μέρος που ενώνει ξηρά και θάλασσα], και γρήγορα». Αυτό ήταν. Γύριζε πίσω. Στη διαδρομή σκεφτόταν τη μέρα που συνάντησε το ερωτοχτάποδο στο εν λόγω μεταίχμιο και το ακολούθησε στο βυθό· έκανε πολλή προσπάθεια να μάθει να αναπνέει εκεί, βλέπετε δεν ήταν ο φυσικός της χώρος. «Δεν πειράζει», σκέφτηκε, προσπαθώντας να μετριάσει λιγάκι τη λύπη της, «απέκτησα μια δεξιότητα που δεν είχα καν φανταστεί».

Και ο καιρός περνούσε. Η Έι είχε αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην εξόρυξη χρωμίου στην οροσειρά του Άτλαντα και ένιωθε κάθε μέρα όλο και λιγότερο την απουσία του ερωτοχτάποδου. Παρόλο δε που τραγούδια, βιβλία αλλά και το χταποδοblog του, που ποτέ δεν είχε πάψει να παρακολουθεί, της το θύμιζαν πού και πού, η αλήθεια είναι ότι είχε ξενερώσει [και μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, αφού πλέον κυκλοφορούσε με τις 10ποντες γόβες της σε αυτό που συγγραφείς δίχως έμπνευση αποκαλούν «στέρεο έδαφος»].

Το ερωτοχτάποδο, από την άλλη, έβλεπε όλο και πιο συχνά στα όνειρα του τα κόκκινα χείλη της και τα ξανθά μαλλιά της και είχε αρχίσει να αισθάνεται «κάπως»: σαν δεκάδες χαρούμενες πεταλούδες να πετούν μέσα στο στομάχι του και να το προτρέπουν να πετάξει και εκείνο. Συνέχιζε, βέβαια, τη σχέση του με την Άνθια, αλλά μονίμως ερχόταν απρόσκλητο στο μυαλό του το αλλόκοτο πλάσμα που κυνηγούσε να τον αγκαλιάσει, όσο κι αν εκείνος προσπαθούσε να το διώξει με κάθε τρόπο, κουνώντας ατάκτως τα πλοκάμια του.

Τότε, λοιπόν, όταν όλα έμοιαζε να έχουν τελειώσει και να αποτελούν μακρινή ανάμνηση, το ερωτοχτάποδο, μην αντέχοντας άλλο τις ονειρικές επισκέψεις της, αποφάσισε να κάνει το πρώτο βήμα και να επικοινωνήσει εκείνο, επιτέλους, με την Έι. Της έστειλε, λοιπόν, ένα μικρό, δήθεν ανέμελο, μήνυμα, προσπαθώντας να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση. «Τι κάνεις την ερχόμενη Πέμπτη στις εννιά το βράδυ; Θα ήθελες να συναντηθούμε στο μεταίχμιο;». Η Έι, εκεί ψηλά στα όρη και στα άγρια βουνά, έφερε στο μυαλό της την υποθαλάσσια περιπέτειά της, και σαν υπνωτισμένη, έπιασε τον εαυτό της να του απαντάει καταφατικά.

Η συνάντηση στο μεταίχμιο έγινε πράγματι τη μέρα και την ώρα που προαναφέραμε. Το ερωτοχτάποδο έσκυψε τρυφερά πάνω της, κοιτάζοντας με θαυμασμό τις πολύχρωμες γόβες της και αγγίζοντας απαλά τη γάμπα της με τις ενυδατωμένες βεντούζες του, ενώ η Έι θυμήθηκε αμέσως όλους τους λόγους που την έκαναν να θέλει να το αγκαλιάσει, και του ψιθύρισε: «Ελπίζω να μην υπάρξει άλλος μήνας στη ζωή μου που δεν θα σε δω».

Αυτή τη φορά το χταπόδι, όχι απλώς δεν θέλησε να το σκάσει από την Έι, αλλά αντίθετα την έσφιξε δυνατά και με τα οχτώ πλοκάμια του και οι δυο μαζί αφέθηκαν σ’ ένα παρατεταμένο φιλί.

Κι όσες/οι αναρωτιέστε τι απέγινε η μάγισσα του βυθού και το φίλτρο της, ε δεν χολόσκασε που το χταπόδι δεν πήγε ποτέ να το πάρει, πρώτον γιατί το είχε προπληρωθεί και δεύτερον γιατί ο βυθός δεν θα έπαυε ποτέ να της στέλνει ραγισμένες καρδιές πρόθυμες να πληρώσουν όσο όσο για «θαυματουργά» μαντζούνια. Και όχι μόνο ο βυθός…

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: