Αναστάσιμος Θρήνος (η κατασκευή της φωλιάς)

Ο Άγγελος ΣΙκελιανός, 1915 (Aρχείο Κ. Μπουρναζάκη)
Ο Άγγελος ΣΙκελιανός, 1915 (Aρχείο Κ. Μπουρναζάκη)


Pass through the fire to the light
there is a bit of magic in everything
and then some loss to even things out
Lou Reed, Magic and Loss


Ι. Ζέστη. Βαθιά ευωδιά

σαν το βιβλίο που μέσα
στα φύλλα του έκλεισεν ανθών χιλιάδων την ανέσα
κι αιώνες περάσαν πάνου του. Κι αυτοί που τα ’χαν βάλει
σ’αχνές εικόνες βρίσκονται κλειστές μες στο κρουστάλλι
[1]

Αναπνοή χιλιάδων λουλουδιών κλεισμένη στις σελίδες του βιβλίου. Πέρασμα των αιώνων. Πέρασμα των ανθρώπων –μένει το αποτύπωμά τους, που κι αυτό ολοένα ξεθωριάζει. Άχνα του χρόνου. Στρώματα της μνήμης, όπως στρώματα της γης. Η εναλλαγή της μιας εικόνας μες στην άλλη φέρνει ίλιγγο, σαν κουτί μέσα σε κουτί –θέλω όμως να σταθώ στον τελευταίο στίχο. Σκέφτομαι τις φωτογραφίες των νεκρών στα μνήματα, ξεθωριασμένες, πίσω απ’ το τζάμι, με ένα κερί που σβήνει κάθε τόσο. Ανακαλώ, έντεκα χρόνια πριν, μια Μεγάλη Παρασκευή, στην Όλυμπο της Καρπάθου. Απρίλης. Μες στα λουλούδια του Επιταφίου, τοποθετούνται οι φωτογραφίες των νεκρών του περασμένου χρόνου. Μαζί, σκόρπιες σελίδες με γραμμένα μοιρολόγια, σε δίστιχα ομοιοκατάληκτα που μοιάζουν μαντινάδες, προς τιμήν τους. Αφού τελειώσει η λειτουργία και τα εγκώμια, οι ιερείς αποτραβιούνται. Στην εκκλησία δεσπόζουν, ξέπλεκες, οι γυναίκες που πενθούν –εκείνες που είχαν μαζευτεί, από το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, να τραγουδήσουν το μοιρολόι της Παναγίας. Στέκονται, η μια μετά την άλλη, μπρος στη φωτογραφία του ανθρώπου που έχασαν. Σιωπούν για λίγο κι έπειτα θρηνούν, τραβάνε τα μαλλιά, σκίζουν τα μάγουλα. Θυμάμαι εκείνη τη γυναίκα που είχε χάσει γιο, πολύ νέο, τη σύντομη, αλλά διαπεραστική κραυγή της, την προσφώνηση: «Καλέ μου υίε, καλέ μου υίε…» Θυμάμαι όμως και την αμηχανία εκείνης της ημέρας, την πηχτή σιωπή των γυναικών όταν, έξω από την εκκλησία, περιστοιχισμένες από συνεργεία και κάμερες, στόλιζαν τον επιτάφιο, ώσπου μια είπε: «για ποιον θα κλάψουμε μωρέ; Για τους φωτογράφους;» 

         «ποια να στοχάστη —έτσι γλυκά θρηνούσαν!—
                 πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
                 του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
                 που πόνεσε βαθιά;»

Σκέφτομαι τις «γυναίκες του Στειριού», «Στου Οσίου Λουκά το Μοναστήρι». Να έχουν μαζευτεί, μες τις «αναπνοές της άνοιξης», για να θρηνήσουν τον Ιησού-Άδωνι –και ίσως μαζί τον Λίνο, τον Υμέναιο, όλους τους νεαρούς ήρωες της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής που θρηνούνταν, συνοδεία σύσσωμης της φύσης, ενώ την επομένη ανασταίνονταν.[2] Κατά της πρωτοχριστιανικούς χρόνους, Χριστός και Άδωνις είχαν πιθανότατα συνδεθεί στη λαϊκή φαντασία μέσω του μυστηριακού θανάτου και της ανάστασης. Και «του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες/ τους φάνταζαν». Γράφοντας για της ανοιξιάτικες τελετές θρήνου και ανάστασης του Άδωνι, ο James George Frazer αναφέρει πως συμπίπτουν με την εποχή που ανθίζει η ανεμώνη στη Συρία. Προτείνει ως ετυμολογία της λέξης το naamán (αγαπημένε), πιθανή προσφώνηση του ήρωα: «οι Άραβες ακόμη αποκαλούν την ανεμώνη ‘πληγές του Νααμάν’».[3] Στον Επιτάφιον Αδώνιδος, ο Θεόκριτος φαντάζεται τις ανεμώνες να γεννιούνται από τα δάκρυα της Αφροδίτης, ενώ από το αίμα του Άδωνι τα τριαντάφυλλα (αμα όδον τίκτει, τδδάκρυα τν νεμώναν). Η λατρεία του Άδωνι σχετιζόταν «με το ωρίμασμα και τη συγκομιδή των καρπών καθώς και το μάζεμα των λουλουδιών», επισημαίνει η Margaret Alexiou: «[ο] θάνατος του Άδωνι συμβόλιζε το θερισμό των καρπών και των σιτηρών και η παραμονή του στον Αχέροντα το ωρίμασμά τους μέσα στη γη».[4] «Κήποι Αδώνιδος» ήταν τα φυτά που οι σπόροι τους αναπτύσσονται γρήγορα και οι γυναίκες τα έπαιρναν μαζί με το ομοίωμα του ήρωα για να τα ρίξουν στο νερό και να τα κλάψουν.
Πίσω «Στου Οσίου Λουκά το Μοναστήρι»: «κι ο πόνος / στα ρόδα μέσα, κι ο Επιτάφιος Θρήνος» αναπτερώνουν στο νου των γυναικών το θαύμα της Ανάστασης. Ξάφνου, το φως απλώνεται σαν κύμα από το ιερό «ώσμε την ξώπορτα» και εμφανίζεται «των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης/ που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο / στον πόλεμο». Είναι όμως ανάσταση η έλευσή του; Ή, έστω, ευαγγελισμός, νέας σποράς; Σε μια στροφή που ασθμαίνει, από συνεχείς διασκελισμούς, σαν να κόβεται κάθε τόσο η ανάσα, ο Σικελιανός παρουσιάζει τον Βαγγέλη «ολόρτο» μεν, μα «με ποδάρι/ ξύλινο», «που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι/ της θύρας». Σέρνοντας σκούξιμο, την αρχετυπική φωνή των γυναικών για τους νεκρούς, «πετώντας το μαντίλι», η μάνα ορμά και αγκαλιάζει το πρόσθετο μέλος. Και ύστερα, σαν ένα σώμα, ξεσπά ο χορός στην «αξεθύμαστη του τρόμου/ κραυγή». Ακουστική βία του κλάματος[5] που φράζει τη θέα του ποιητή-αφηγητή –ο αυτόπτης μάρτυρας («έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει») που τόσην ώρα παρακολουθούσε από το στασίδι του τα δρώμενα, κάνοντας τις δικές του μυθικές συνδέσεις, δεν μπορεί πια να δει: «ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!...» Το ποίημα κλείνει με θαυμαστικό και αποσιωπητικά. Ρωγμή. Σκοτάδι. Διάκενο –που μας μετατοπίζει από την τελεολογία της ανάστασης. Σακατεμένος, ο Βαγγέλης δεν είναι Άδωνις, ούτε Χριστός. Στο «ξύλινο ποδάρι» του, η Γιώργαινα –γη που ποτίζει από το αίμα των ανδρών– αγκαλιάζει την ανθρώπινη τρωτότητα. Ο θρήνος γίνεται ύμνος στην πτώση.


ΙΙ.

Ο ποιητής-προφήτης-μύστης έπεσε απ’ το βάθρο του; Στους πρώτους στίχους πάντως του «Μήτηρ Θεού», μοιάζει πεσμένος στο έδαφος, στα χέρια του μια κάμερα, με τον φακό να εστιάζει στο ελάχιστο, το σχεδόν ανεπαίσθητο: «χνούδια και πούπουλα, μικρά φτερά, ξυλάκια, φύλλα (…) μια λαμπερή αλογότριχα…». Στον πρόλογό του μάλιστα αποποιείται «[δόγματα, αξίες κι αλήθειες a priori τεθειμένες», δηλαδή όλα όσα παραφουσκώνουν τα θεωρητικά γραπτά του, για να στραφεί σε «τρίμματα, έστω» της μέθεξής του «μπροστά στο σύνολο Μυστήριο, ικανά ωστόσο –αν μαζεύονταν με σπουδή και με λαχτάρα– για το χτίσιμο μιας φωλιάς».[6] Και ανασύρει «ό,τι στη γην ανάλαφρο έχει μείνει», ό, τι συνήθως οι άνθρωποι τσαλαπατάν ή αγνοούν μα αντέχει δίχως βάρος ή σκληρότητα: το καστανό, «λαγαρισμένο σαν αφρός, κι ωστόσο στέριο» χώμα της μυρμηκοφωλιάς, «τη γη μια σπιθαμή από κάτου», την κρυφή της ζέστη. Μεσάζων, μεταξύ ουρανού και γης, το πουλί-χτίστης που «πηγαινοέρχεται αστραπή», συνδέοντας το έδαφος με τον αέρα. Το κοντινό μετουσιώνεται σε απώτατο και πάλι πίσω, το κεντημένο ρόδο γίνεται αστέρι, λύχνος, άνθος, νερό. Σημαδεμένο από «των αδερφών το θάνατο» (το ποίημα γράφεται τρία χρόνια μετά τον χαμό της Πηνελόπης, αδερφής του Σικελιανού), το θριαμβικό θάμβος του κόσμου γειώνεται εδώ από τη θέρμη, αλλά και την τρωτότητα, της ταπεινής κλίμακας των θνητών. Και εξορκίζει το βέβαιο τέλος εγγράφοντάς το σε μια αέναη συμπαντική ροή, πέρα από το περατό του ανθρώπου.
Ανακαλώντας την εφηβική του βίωση μες στη Φύση, ο ποιητής την ονομάζει «αγνό μιμόδραμα» βουβής διακονίας όπου, αντί ο στοχασμός να διεισδύει στην ύλη, «αφηνόντανε αντίθετα τα πράγματα να μπάζουνε σιγά σιγά μες στην ψυχή μου το ιδιαίτερό τους φως –απ’ το χαλίκι ώσμε τον ήλιο κι ώσμε τ’ άστρα».[7] «Πᾶν διαιρετὸν ἀδιαίρετον, γενητὸν ἀγένητον, θνητὸν ἀθάνατον»: στον ρου του Ηράκλειτου, ο Σικελιανός βιώνει το ίδιο του το σώμα ως μέρος του όλου –«η δόξα του Παντός» τον διαπερνά. Νιώθουμε άραγε κάτι αντίστοιχο στην τεχνολογική εποχή μας όταν, ατενίζοντας δορυφορικές εικόνες του πλανήτη, αναγνωρίζουμε κοινά μοτίβα ανάμεσα στα ποτάμια και τις φλέβες –οι ίδιες διακλαδώσεις, το υγρό στοιχείο που αναζητά δίοδο– ή, όταν παρατηρώντας μέσα από το μικροσκόπιο το σώμα μας, ανακαλύπτουμε τοπία της γης; Μοχλός του ποιητή για αυτή την ένωσή του με την «κοσμική καρδιά» είναι οι δεξιοτεχνικές, ομηρικής λαμπρότητας και έκτασης, παρομοιώσεις. Το ζωικό παρομοιάζεται με το ανθρώπινο: βουτώντας στα «βύθη της κλάψας» και αναδυόμενη ξανά, η ψυχή μοιάζει με το ψάρι που ρίχνεται πίσω στη θάλασσα και παλεύει να ξανάβρει το βυθό. Το υγρό με το στερεό: το αίμα που μαζεύεται στο νου μοιάζει «ρουμπίνι πύρινο» και ύστερα χλομιάζει σαν μαργαριτάρι, ενώ η αχτίδα της ψυχής σκίζει το σκότος βρίσκοντας το δάκρυ «ωσάν πετράδι!». Το άρρεν με το θήλυ: ίδια «πρωτοστέφανη γυναίκα», η καρδιά-βρέφος του ποιητή νιώθει στα σπλάχνα της «τον πρώτο χτύπο του καρπού». Ζει μέσα του «ο σπόρος όλων των ανθών» –«σε γλυκασμόν ανείπωτον» βογκάει «η μυστική τους μάνα»: ο ποιητής μετέχει στη θηλυκή γέννηση του κόσμου, στις ωδίνες της γης. «Μήτηρ Θεού» –ή, ακριβέστερα, Μάνα Θεά, πανάρχαια γονιμική θεότητα της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής που επιβιώνει, αν και με την ερωτική επιθυμία ακρωτηριασμένη, στην Παρθένο της νέας, πατριαρχικής θρησκείας.
«Βογκάει χελιδονοχαρές ο νάρθηκας»: ο θρήνος γίνεται αναστάσιμη μεταμορφωτική γιορτή. Ο τζίτζικας βγαίνει από τη γη και αρχίζει το τραγούδι, η κάμπια αλλάζει σε πεταλούδα –έχουν όμως και οι δυο αποβάλει το έκδυμά τους. Πατώντας με τον θάνατο τον θάνατο, ο Ιησούς βγαίνει από τα χώματα του Άδη και ίπταται, μέσα στα σύννεφα, στους ουρανούς. Εκεί, στην Κοίμηση της Θεοτόκου, θα αναδεχθεί την ψυχή-βρέφος της μητέρας του, αντιστρέφοντας την εικόνα της Βρεφοκρατούσας. «Όλη η νεκρώσιμος ακολουθία», γράφει ο Σικελιανός, «να ο αγώνας του Ποιήματος αυτού (…) όπου η ύλη (…) μεταμορφώνει και τον ‘Θάνατο’ (…) σε αίτιο απροσμέτρητα και αποκαλυπτικά Δημιουργικό».[8] Ο ποιητής βάζει τον Θάνατο εντός εισαγωγικών. Το ρόδι σκεπάζει τα κόλλυβα. Το δάκρυ γίνεται πηγή, το μοιρολόι ψαλμός, το ξόδι γάμος. Χαρμόσυνο πένθος της Άνοιξης. Κατεπθη θνατος ες νκος;[9] Ή απλώς η ζωή του ανθρώπου διακόπηκε –και τα πάντα συνέχισαν; Όπως, δεκαετίες μετά, λίγο πριν τον δικό της θάνατο, θα γράψει η Κλαρίσε Λισπέκτορ για την τελευταία της ηρωίδα, την Άνζελα: «διέκοψε τη ζωή πηγαίνοντας στο χώμα. Όχι όμως το χώμα όπου θάβεται κανείς αλλά το χώμα όπου ξαναζεί. Με άφθονη βροχή στα δάση και των ανέμων τον ψίθυρο».[10]


ΙΙΙ.

Προσπαθώ να σε φανταστώ να τρέχεις, Άγγελε, όταν από μοιραίο λάθος ήπιες απολυμαντικό αντί για φάρμακο: η οικιακή σου βοηθός είχε μπερδέψει το «νιζόλ» με το «λιζόλ» –γκροτέσκα ειρωνεία τα σχεδόν ομόηχα, για σένα που έπαιζες με τους ήχους μια ζωή, που άλλαζες τον θρήνο σε κρίνο. Προσπαθώ να φανταστώ τα γερά σου πνευμόνια να καίγονται. Νικάει όμως η δόνηση της φωνής σου, η πλατιά σου ανάσα, έτσι όπως σώζεται στις λιγοστές ηχογραφήσεις, ή όπως την ανακαλούν όσοι-ες σε άκουσαν. Πρόλαβες άραγε να πεις, σαν τη δική σου Σίβυλλα, «Βαθιά μου τώρα/ όλα είναι φως…»; Θυμήθηκες ξανά πως στα Ελευσίνια Μυστήρια –το έγραφες στον πρόλογό σου– Ερωτισμός (Sexus) και Θάνατος συνδέονταν στο κέντρο του παντός, ως δύναμη διττή μα ομοούσια, σαν τον πλανήτη Αφροδίτη που «το βράδυ είν’ Έσπερος και το πρωί Εωσφόρος»; Έγλειψες σαν λιοντάρι τις μαύρες πληγές σου, όπως στη «Λιλίθ», «στην άκρη του παράδεισου», ακούγοντας «αιφνίδια/ μες απ’ το ίδιο σου το αίμα ν’ ανεβαίνει/ η βοή της ανάστασης»; Ή πρόλαβες να ετοιμαστείς σαν την «Αστάρτη», που «το κορμί της ετοίμαζε για να 'μπει/ μέσα στον Άδη ολάκερη» και τον κατέλυσε με το ανέσπερο φως της γύμνιας της; Είπες κι εσύ πως ο άνθρωπος είναι πτώση, ή έστω διακοπή; Και αν ναι, τι συνεχίζεται; Γρήγορα, μια απάντηση! «Χνούδια και πούπουλα, μικρά φτερά, ξυλάκια…»: «ό,τι στη γην ανάλαφρο έχει μείνει». Και ακόμη, ό, τι πιο ανθεκτικό: τα δόντια ενός ψοφιμιού που αστράφτουν.
Στο «Άγραφον» ο Ιησούς και οι μαθητές του προχωρούν «έξω από τα τείχη/ της Σιών».[11] Λίγο πριν δύσει ο ήλιος, φτάνουν στη χωματερή της πόλης: καμμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια,/ σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια…». Αλλά και «πτώματα άθαφτα»: γραμμένοι τις μέρες της Γερμανικής Κατοχής, οι στίχοι αυτοί διαβάζονται και ως αποτύπωμα της καθημερινής γύρω πραγματικότητας. Εκεί, στον πιο ψηλό σωρό, η ομήγυρη αντικρύζει το ψοφίμι ενός σκύλου, πρησμένο. Οι μαθητές σαστίζουν από την αποφορά, οπισθοδρομούν. Ο Ιησούς το πλησιάζει. Κηρύσσει πως η πραγματική σήψη βρίσκεται ανάμεσα στους ζωντανούς, εντός της πόλης. Θαυμάζει «αυτό που βγαίνει απ’ τη φτορά»: τα δόντια του σκυλιού που λάμπουνε στον ήλιο «ως το χαλάζι», «πέρα απ’ τη σάψη». Σ’ αυτό που διασώζεται μέσα απ’ «τη φοβερήν οσμήν», εκείνος αντικρύζει την «αντιφεγγιά του αιώνιου». Σκέφτομαι πάλι τη Λισπέκτορ, Τα Κατά Α.Γ. Πάθη αυτή τη φορά. Στον αηδιαστικό πολτό της κατσαρίδας που αργοπεθαίνει, με τσακισμένο κέλυφος, η ηρωίδα-Ανθρώπινο Γένος συναντά τον τρόμο του παρόντος, αλλά και «τη γεύση του ζωντανού».[12] «Tο θεϊκό είναι για μένα το πραγματικό»,[13] αναφωνεί –και φτάνει να το κοινωνήσει στον πολτό της κατσαρίδας. Βέβαια, εσύ Άγγελε γύρευες το στέρεο, την άτρωτη από τη φθορά οδοντοστοιχία, ό, τι απαστράπτον σώζεται απ’ το μαρασμό. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι πως και οι δυο σας αποσυνδέσατε τον θάνατο από την κοινή μοίρα των θνητών. Μεγαλείο της ζωής που επιμένει, πέραν και ερήμην του ανθρώπινου. Αλλά και μεγαλείο της τέχνης σου που ασκώντας την κατέβαινες καμιά φορά απ’ το βάθρο του προφήτη-μύστη, για να μπορέσεις να χωρέσεις στη φωλιά σου «τρίμματα, έστω»: το κουφάρι ενός σκυλιού, κάτι μικρά φτερά, ένα ξύλινο ποδάρι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: