Οι μεταπολεμικοί ποιητές και η ποίηση του Άγγελου Σικελιανού

Ο Άγγελος Σικελιανός (1947). Ψηφιακά επεξεργασμένη φωτογραφία
Ο Άγγελος Σικελιανός (1947). Ψηφιακά επεξεργασμένη φωτογραφία

Το 1939, λίγο πριν από την έναρξη του πολέμου που προσδιόρισε αποφασιστικά τον 20ό αιώνα, ο Βάσος Βαρίκας στο βιβλίο του Η μεταπολεμική μας λογοτεχνία εντόπισε την έλλειψη «οδηγού-ποιητή». Αν και ξεχώριζε τις φυσιογνωμίες του Άγγελου Σικελιανού και του Νίκου Καζαντζάκη, έκρινε ότι «ο Σικελιανός, με όλα του τα εφόδια, φυσικά και επίκτητα, κινείται σε χώρο καθαρά προπολεμικό». Οι άμεσες ιστορικές εξελίξεις έμελλε να ανατρέψουν ωστόσο την εκτίμηση του έγκυρου κριτικού, καθώς η ποιητική φωνή του Σικελιανού προσέλαβε σύντομα παλλαϊκό περιεχόμενο, εμψυχώνοντας τον αντιφασιστικό αγώνα της Ελλάδας, την Αντίσταση και τα οράματα της πρώτης μεταπολεμικής εποχής. Η ποίηση του Σικελιανού προβλήθηκε τότε στην πρώτη γραμμή της κοινωνικής πρωτοπορίας: «ο Σικελιανός μέσα στη φωτιά της μάχης αναδείχτηκε ο αναμφισβήτητος ηγέτης», αναγνώρισε το 1962 ο εκδότης της Επιθεώρησης Τέχνης Κ. Πορφύρης στο αφιερωμένο στην Αντίσταση τεύχος του περιοδικού. Την προηγούμενη δεκαετία εξάλλου ο έγκριτος κριτικός της Αριστεράς Μάρκος Αυγέρης αναφέρθηκε στην «αίσια» ποίηση του Σικελιανού, επιδοκιμάζοντας τη διαφοροποίησή του από την «πένθιμη ποίηση του δυτικού κόσμου». Το 1981, τέλος, ο πιο αναγνωρισμένος αριστερός ποιητής Γιάννης Ρίτσος σε τιμητικό του ποίημα αναγόρευσε τον Σικελιανό εθνικό ποιητή «Αρχάγγελο του Λαού», μπροστάρη στο «χορό της Λευτεριάς». Ήταν φανερό πια ότι ο Σικελιανός περιβλήθηκε οριστικά με την εξωλογοτεχνική περισσότερο αίγλη του οδηγητή ποιητή, την απουσία του οποίου είχε επισημάνει προπολεμικά ο Βαρίκας.
Από αυτή τη συμπαθή οπτική οι μεταπολεμικοί ποιητές και κριτικοί πήραν με τη σειρά τους θέση απέναντι στο συνολικό έργο του Σικελιανού, συνδέοντας την αρχική ιδεαλιστική κοσμοεικόνα με τον ώριμο πολιτικοποιημένο λόγο του, ο οποίος ερμηνεύτηκε ως μετεξέλιξη του μείζονος ιδιοσυγκρασιακού λυρισμού του. «Όταν ο Σικελιανός γράφει ύμνους στη Δημοκρατία», γράφει το 1978 ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, «δεν αναιρεί ούτε αράδα από το προηγούμενο έργο του, δεν έρχεται σε καμιά αντίφαση: ήταν και είναι ο ιεροφάντης, η πανελλήνια φωνή, ο κομιστής του μεγάλου μηνύματος, ο ενοποιός, ο καθολικός μεσάζων. Ο ρόλος του αυτός αναδύεται από την ουσία του έργου του που είναι ενιαίο από το “Ανοιχτό υπόμνημα στη Μεγαλειότητά του” μέχρι και τα όψιμα “εαμικά” του ποιήματα». Σε αυτό το πλαίσιο, αν και οι πρώτες εμφανίσεις των μεταπολεμικών ποιητών στη διάρκεια των δεκαετιών του ’40 και του ’50 ακολούθησαν τις επιταγές του σύγχρονου λογοτεχνικού προτύπου, σχεδόν καμιά νεανική φωνή δεν απέκοψε τις ρίζες της από την ελληνική ποιητική παράδοση την οποία αρκετοί επιδίωξαν να συνεχίσουν σε διάφορες κατευθύνσεις συνειδητής μίμησης και επίδρασης. Ας μην ξεχνάμε ότι στο μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολεμικής εποχής οι δεσμοί με την παράδοση αναβίωσαν δυναμικά τόσο μέσα από τη δημοτικότροπη αντιστασιακή ποίηση και την ιδεολογική στράτευση όσο και από τα αισθητικά και ιδεολογικά ζητούμενα της ελληνικότητας που προέβαλε η γενιά του ’30. Ταυτόχρονα η προσχώρηση του Σικελιανού στις δυνάμεις που μάχονταν για κοινωνική δικαιοσύνη και η αντιστασιακή σημασία που προσέλαβαν οι τραγωδίες του Ο Χριστός στη Ρώμη και Ο θάνατος του Διγενή, τον ανύψωσαν στα μάτια των νεώτερων. Την ίδια εποχή το παλαμικό ύφος συγκινούσε ακόμα, η ποίηση του Σολωμού έχαιρε ευρύτερης αποδοχής, ο Κάλβος εκ νέου «ανακαλυπτόταν», η ποίηση του Καβάφη κέρδιζε έδαφος ενώ ο Καρυωτάκης και οι συμβολιστές διαπερνούσαν τις νεανικές φωνές.
Αμεσότεροι δέκτες της επίδρασης του Σικελιανού αποδείχτηκαν οι μεγαλορρήμονες νέοι ποιητές. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’40 όσοι μυήθηκαν στο σικελιανικό κοσμοθεώρημα ιδεολογίας και ποιητικής ανέπτυξαν κατά κανόνα ένα ισχυρό υπερεγώ το οποίο προκαθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη λογοτεχνική τους εξέλιξη. Τρεις μεταπολεμικοί ποιητές στις πρώτες τους ποιητικές συλλογές ξεχωρίζουν για το υψιπετές ύφος και την οφθαλμοφανή οφειλή στον πρόγονο. Το 1943 κυκλοφόρησε η υπερρεαλιστική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου Fuga, γεμάτη σικελιανικές επιδράσεις στη μορφή και στο περιεχόμενο, προανακρούοντας μια νέα εκδοχή Αλαφροϊσκιωτου:

Τώρα που το ποίημα
του Υμηττού χαιρετάει
τα μενεξεδένια φτερά
της αλκυόνας Αίγινας
που καταφιλούνε τη θάλασσα
τη θάλασσα,
η σπονδή μου ετοιμάζεται
ωραία και αγνή
σαν τον ίσκιο αττικού αμφορέα

Ακολουθεί το 1948 ο Γιάννης Δάλλας με το Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο οποίος θρηνεί το Λόρκα αναλογικά με τη θρηνωδούσα Παναγιά στο Μήτηρ Θεού:

Του Άδη γκρεμίστηκε άξαφνα κi η σκάλα
Παντού χαλάσματα άγια και μεγάλα

Η δημοτικότροπη γλώσσα, η μορφή και ο χειρισμός του θέματος, μαρτυρούν τον στενό δεσμό που δημιουργούσε δια βίου και ειδικότερα εκείνη την περίοδο ο Δάλλας όχι μόνο στον ποιητικό μα και στον θεωρητικό του λόγο με τα δοκίμια «Η λυρική τροχιά του Σικελιανού» (1949), «Το δίδαγμα του Σικελιανού» (1951). Η σικελιανική υπόκρουση παραμένει έντονη και στη δεύτερη ποιητική συλλογή Εφτά πληγές (1950), διάχυτη μέσα στη μεγαλόσχημη γλωσσική επεξεργασία. Ιδιαίτερα το ποίημα «Οι τρεις μάγοι» εκτυλίσσεται στον σκηνικό χώρο του σικελιανικού «Άγραφον», ο τίτλος του οποίου υπομνηματίζεται ως μότο.
Κατάφορτη από σικελιανικό λυρισμό, αναπεπταμένο και συνάμα λαϊκό ύφος, γλωσσικό αισθησιασμό και νεανική επαναστατικότητα είναι η ποιητική σύνθεση Μεσολόγγι (1949) του Μιχάλη Κατσαρού:

Γιομίσαμε με κάμπους
με δροσερές πηγές κι αγέρα
Καθώς το αγριοπούλαρο μες στο λαγκάδι
Μην έχοντας το θάνατο ίσκιο στο σηκωμό μας
Χωρίς την πέτρα στην καρδιά να μας κρατάει τα γκέμια

Μεταβαίνοντας στις επόμενες δεκαετίες από το ’50 ως και το ’80, αυξάνεται η απόσταση από τους μείζονες ποιητές, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται κατά κύριο λόγο ο Παλαμάς και ο Σικελιανός. Δεν ήταν λίγοι οι μεταπολεμικοί πολιτικοί ποιητές, όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης και ο Τίτος Πατρίκιος, που απέστρεψαν διακριτικά το πρόσωπο από την ποίησή του, για να αποφύγουν το υψηλό ύφος και τη λυρική διάχυση ενώ καταιγιστικό είναι το ώριμο ξέσπασμα του Τάκη Σινόπουλου στο Νυκτολόγιο Β' (1981):

Ακούγοντας τον Μαρωνίτη σε κάτι συσχετισμούς ενός ποιήματος του Σικελιανού κι ενός ποιήματος του Σεφέρη, ακούγοντας το «ωραίο» ποίημα του Σικελιανού, τι τούρτα, θεέ μου, κι αυτός ένας μεγάλος ποιητής, ημίθεος, θεός, τουρτώδης, τερατώδης, πομφολυγώδης, σπουδαιώδης, φουσκωμενώδης, πομπώδης, Ρωμαιώδης, Ρωμαίος αυτοκράτωρ με τα μπικικίνια του να κρέμονται, ω θεέ μου, τι είναι τούτη η γλώσσα που κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει;

Ξέσπασμα που δεν απέχει πολύ από τη συνολική απόρριψη του Θωμά Γκόρπα στο «Περί ποιήσεως πάλι» (1983): «Σικελιανός ήχος ματισμένος από αρχαίες πομπές και σύγχρονα φαγοπότια» η οποία παραπέμπει και στα χλευαστικά του σχόλια για την αναβίωση των Δελφικών Εορτών στο «Ερείπια»:

Κι όσο κι αν έψαξα την Κασταλία δεν την βρήκα
όπου κι αν ρώτησα κανείς δεν τους θυμόνταν
τον τσαρλατάνο το Σικελιανό και την Αμερικάνα του…

Παρά τη φαινομενική υπερίσχυση των παραπάνω επιφυλάξεων, της άρνησης ή της αποστροφής εκ μέρους των νεώτερων, μια πιο προσεκτική ματιά σε επιλεγμένους μεταπολεμικούς ποιητές δείχνει ότι η γλώσσα και η εικονοποιία του Σικελιανού παραμένει δημοφιλής και ενσωματώνεται στο μοντερνιστικό περίβλημα. Από τη μια μεριά παρατηρούμε αρχέτυπες εικόνες που ανατροφοδοτούνται στη σύγχρονη Ελλάδα, μέσα από την επαναφορά αρχαϊκής σκηνογραφίας, πρόποσης και επικλήσεων. Ενδεικτικά, θέματα που ανέδειξε ο Σικελιανός στο ποίημά του «Ελληνικός νεκρόδειπνος» επανέρχονται μάλλον απροσδόκητα σε μεταπολεμικούς ποιητές όπως ο Σινόπουλος. Ο Γ.Π. Σαββίδης έχει υποδείξει θεματικούς και άλλους συσχετισμούς τόσο στο ποίημα «Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα», Μεταίχμιο (1951), ενώ διάχυτη είναι η σικελιανική διαμεσολάβηση στο «Επίκληση στον ήλιο της Ελένης» (1957):

Ω καθάρισε
της ανηφορικής Ελλάδας ήλιε
την άμπωτη τη σκοτεινή της νύχτας του αίματος
τις ανεξήγητες φωνές των προπατόρων
ω του θανάτου αχτίδα αστραφτερή
στέμμα βαρύ της μνήμης μου ήλιε

Δεν είναι λίγοι άλλωστε οι μεταπολεμικοί ποιητές που, θαμπωμένοι από τη «μείζονα ζωή της ψυχής και του κόσμου», ακολουθούν το παράδειγμα του Σικελιανού και παρασύρονται σε άκαιρους συνδυασμούς γλωσσικού και θρησκευτικού συγκρητισμού, υπερφορτίζοντας και ακυρώνοντας εν τέλει το υλικό τους, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στο Ανώνυμο ποίημα του Φωτεινού Αι-Γιάννη (1974) του Νάνου Βαλαωρίτη:

Και προσφέρω την κούπα αυτή τη γεμάτη με τ’ άγνωστο
Φάρμακο για τον ανίατο κόσμο· το ποτήρι με τον πικρό
Κυκεώνα, το χάος για τον καθένα· τον πηλό του ονείρου·
Τη νόμιμη φαντασία της πέτρας·
Την πλημμύρα του Δία την κάθαρση στ’ άνοιγμα του νέου κρασιού […]
Το άσβηστο γέλιο του Διόνυσου-Σάτυρου, του Χριστού-Σατανά, του Τραγέλαφου.

Από την άλλη μεριά, με πρωταρχικό τρόπο αναπαράγεται η χαμένη αλληλουχία του ανθρώπου ανάμεσα στη φύση και τον σύγχρονο πολιτισμό, μια αλληλουχία που αποτελεί διακριτικό γνώρισμα του Σικελιανού. Ευάριθμοι μεταπολεμικοί ποιητές επαναπροσδιορίζουν έτσι την καθημερινότητα και διεγείρουν τη συλλογική μνήμη άλλοτε περιγράφοντας μια αειφόρα αλλά ατονισμένη φυσική εικόνα, άλλοτε εντοπίζοντας τη συναισθηματική απόσταση που χαρακτηρίζει τους σύγχρονους αστούς, όπως στα «Θρύμματα ευσεβείας» Ποιήματα (1961) του Ν. Καρούζου:

Μοναστηρίσιο τρέχει το νερό στο ρείθρο
Περ’ απ’ τα βηματίζοντα μεσάνυχτα της έρημης Αθήνας

Διόλου τυχαία η συνολική οφειλή του Καρούζου αποτυπώνεται στο αφιερωματικό του ποίημα στο περιοδικό Νέα Εστία «Ο Άγγελος Σικελιανός» (1968), όπου αποδίδονται τα εύσημα στον «εμπεδόκλειο αλήτη» της νεοελληνικής λογοτεχνίας:

Να 'μουνα στα μάτια σου Ο ΛΑΟΣ
Χαντακωμένος μέσα στην απόλυτη του βίου σημασία
Μετάλαβε το θάνατο καθώς το σώμα και το αίμα
Πολύς καιρός τον περιμένει ξέσκεπος
Που θαλαμεύεται ψυχρά
Στη νοητή ευθεία του μέλλοντος.
Αν όχι της ενότητας η άκρα ευδαιμονία
Τουλάχιστον ο έρωτας.
Αν όχι ο θεός ολάκερος – τουλάχιστον η χάρη.
Τι να 'τανε λοιπόν αυτός ο αποφασισμένος λύτης;
Άγριο φυλοβόλλι, ταπεινό νερό ή μέτωπο
Του αντίχρονου πολέμου;
Συνταξιούχος αργοναύτης ή λεπτεπίλεπτος αετός
Έρημος εκκλησόκηπος ή πότης στην Ελευσίνα;
Κι έχοντας την ορμή της επιείκειας
Μήπως ένας χριστιανός απ’ τους ρωμαίους;
Ό,τι και να ΄τανε μαθήτεψε στη μεγαλοσύνη
Πλούσια ρημαγμένος.
Ψαλίδιζε τις αστραπές μοίραζε τους ανέμους.
Τα βαζε με τη λησμονιά ταυρίζοντας το Λόγο.
Κι αν φύτευε αμπέλια έτσι θα 'τανε
Κι αν ξόδευε τη μοίρα στις παλαίστρες
έτσι πάλι.
Μονάχος έσυρε τον τράγο στο βουβό μαχαίρι.
Μονάχος στάθηκε, νομίζω, και σ’ όλη τη ζωή του.
Φέρνοντας ένα γύρο την αμέτοχη ματιά
Κείνη που χάριζε τα νιόνυφα βιώματα.
Γλιστρώντας ευόνειρος μεσ’ στα στήθη.
Τώρα πλανιέται μακριά
Στη χαίτη των άστρων επιβάτης ακράτητος
με το μαράζι του ήλιου.
Γι’ αυτό κι ο θάνατος τον ασήμωσε
μ’ ένα βαρύ τάλαρο χρυσό
των λαμπερών αγώνων.

Συνολικά, οι ποιητές που προαναφέρθηκαν γνωρίζουν καλά την ποίηση του Σικελιανού και είναι βαθιά επηρεασμένοι από το ποιητικό ρήμα και τον κοσμολογικό του μύθο. Ιδιαίτερα ο Κακναβάτος και ο Δάλλας στη νεανική τους ηλικία θαμπώθηκαν από την κλίμακα του ύψους του αλλά και στη συνέχεια επένδυσαν συναισθηματικά και εν μέρει ταυτίστηκαν με τον εγωκεντρισμό του προτύπου τους. Ξεχωριστό όμως ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιπτώσεις όψιμης ποιητικής απήχησης η οποία συνήθως εκδηλώνεται βραδυφλεγώς σε ποιητές που στο ξεκίνημά τους αντιπαρήλθαν την παράδοση. Μεσήλικας πια, ο Δ.Π. Παπαδίτσας ευαγγελίστηκε τη μεσσιανική αποστολή της ποίησης στα χνάρια του σικελιανικού «Προλόγου», αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του ποιητή τον νοσταλγό της «χαμένης ενότητας» και οραματιστή της καινούργιας [1972]. Η στροφή του Παπαδίτσα στην παράδοση συγχρονίζεται με την προσπάθειά του να προσεγγίσει τους πατέρες. Με αφετηρία τη μίμηση του Κάλβου στο Εν Πάτμω και έρμα τη μυστική εμπειρία της Αποκάλυψης του Ιωάννη, οδηγείται σε μια σειρά μορφικών πειραματισμών. Τα ομοιοκατάληκτα δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα του «ΙΙΙ. Η αποθέωσις αυλητρίδος» και η στενή υφολογική τους συγγένεια με το Μήτηρ θεού μαρτυρούν την έντονη σικελιανική απήχηση η οποία ενδυναμώνεται εφεξής με κοινές αφορμήσεις και επάλληλα πεδία αναφοράς της ποιητικής έμπνευσης (ορφικά, Δελφοί, Σίβυλλα, Βάκχος κ.α.) που πυκνώνουν στις τελευταίες ποιητικές συλλογές του Παπαδίτσα Η ασώματη (1983) και Το προεόρτιον (1986):

Σγουρό το βλέμμα σάλευε της Αρκαδίας τα δάση
Και δεν επρόφταινε η ψυχή δροσούλα να χορτάσει

Μαγνήτιζαν το αλλοτινό της φέρσιμο ικεσίες
Του σκοταδιού αποστάγματα της πλάνης πεμπτουσίες

Έτσι μια φύση μ’ άρχισε και πάει να με τελειώσει
Κατάρα εφτάχρωμη όνειρου που σβήνει μες στη γνώση

Αγκάθι κι έναστρη πληγή ματιά και λάμψη, φύτρα
Ίδιας σποράς που δένεται στο χώμα και στη μήτρα

Καθώς στον αέρα δένεται και λύνεται βαθιά του
Η ανάμνηση που βλάστησε στο νόημα του θανάτου.

Ανακεφαλαιώνοντας, είναι φανερό ότι οι ευάριθμοι μεταπολεμικοί ποιητές που αναζήτησαν τον Σικελιανό ως πρόγονο στάθηκαν αρκετοί για να συντηρήσουν τα διακριτικά γνωρίσματα του έργου του και να τα αναμεταδώσουν στην ποιητική συντεχνία. Δεν είναι τυχαίο ότι η ποίηση του Σικελιανού επανέκαμψε στη δεκαετία του ’90 μέσα από το έργο νέων ποιητών και κριτικών που καλλιέργησαν τη σχέση με τη λογοτεχνική παράδοση. Αυτοί οι υποστηρικτές του Σικελιανού εκφράζουν σε γενικές γραμμές μιαν άρνηση απέναντι στη «νεωτερική προκατάληψη», αμφισβητούν τον λογοτεχνικό κανόνα και αναδεικνύουν τις ιδιοσυγκρασιακές, υπαρκτές ή λανθάνουσες, συγγένειες που μπορούν να συνοψιστούν στο δίπολο «Με τον Σικελιανό ή τον Καβάφη;». Αν κρίνουμε και από τα σημερινά δεδομένα, η ποίηση του Σικελιανού ανθολογείται και διαβάζεται εκ νέου, μέσα από αυτήν την επανεκτίμηση προσδιορίζονται ακόμη τα μέτρα και τα σταθμά ενός σύγχρονου λυρισμού.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: