Η μετάφραση των ακριτικών ποιημάτων του Σικελιανού τη δεκαετία του ’40

Ο Χένρι Μίλερ φωτογραφημένος από τον Σεφέρη (1938). Πηγή: «Οι φωτογραφίες του Γιώργου Σεφέρη», ΜΙΕΤ 2000
Ο Χένρι Μίλερ φωτογραφημένος από τον Σεφέρη (1938). Πηγή: «Οι φωτογραφίες του Γιώργου Σεφέρη», ΜΙΕΤ 2000
Akritikasikelianoskairo1944


Το 1943 ο Henry Miller (1891-1980) σε δοκίμιό του με τίτλο “The Gigantic Sunrise” για τον Άγγελο Σικελιανό και το φως της ποίησής του σε καιρό πολέμου, γράφει: “Coming at a time when the peoples of the earth seem more disunited than ever Sikelianos appears on the horizon like a reborn sun”.[1] Για τον Miller η ποίηση του Σικελιανού αντλεί το φως της από τη σχέση της με την αρχαιότητα. “He opens Memory like a double wound deep within us”,[2] σημειώνει χαρακτηριστικά, εμπνεόμενος από την αναφορά του Σικελιανού στη «σπάθα» από την Σίβυλλα (1940) («ως δίστομη πληγή βαθιά σας!»).[3] “When the smoke clears away, when the air ceases to be rent with the screams of bursting bombs, we shall be able perhaps to follow him with reverence and understanding”, λέει ο Miller,[4] παρατηρώντας ωστόσο ότι δεν υπάρχουν βιβλία του διαθέσιμα σε αγγλική μετάφραση.
Το 1928 είχε δημοσιευθεί στη Νέα Υόρκη ο μεταφραστικός τόμος The Delphic Word: The Dedication, μετάφραση του ποιήματος του Σικελιανού «Δελφικός λόγος [Η αφιέρωση]» (1927) από την Alma Reed (1889-1966), Αμερικανίδα δημοσιογράφο, υπό την επίβλεψη της Eva Palmer (1874-1952), γνωστής για τη μελέτη και την προώθηση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, της υφαντικής, του θεάτρου, του χορού και της μουσικής, συζύγου του Σικελιανού (1907-1939). Η Reed, μετά την εγκατάστασή της στη Νέα Υόρκη το 1928, στο διαμέρισμα μάλιστα της Palmer,[5] θα προωθούσε το έργο του τοιχογράφου José Clemente Orozco και άλλων καλλιτεχνών στα πλαίσια της γκαλερί “Delphic Studios”. Επιπλέον, μετά τη σκηνοθεσία από την Palmer δύο παραστάσεων (1933) στο λόφο του Φιλοπάππου εμπνευσμένων από το «Διθύραμβο του Ρόδου» (1932) του Σικελιανού, το 1939 δημοσιεύεται (σε πεντακόσια αντίτυπα) ο τόμος The Dithyramb of the Rose (Pittsfield, Mass.,), μετάφραση της εν λόγω τραγωδίας από την Frances Sikelianos, σύζυγο του Γλαύκου (1929-1939).[6] Τη δημοσίευση του τόμου αυτού αναλαμβάνει ο Ted Shawn, ένας από τους πρωτοπόρους του αμερικανικού σύγχρονου χορού, με τον οποίο η Palmer συνεργάζεται (υφαίνει κοστούμια για τους χορευτές του) έχοντας μάλιστα εγκατασταθεί στο στούντιό του στη Φλόριντα (1939).[7] Και οι δύο αυτοί μεταφραστικοί τόμοι δημοσιεύθηκαν σε περιορισμένα αντίτυπα, ενώ η έκδοσή τους, με το ισχυρό αποτύπωμα της Palmer, συνδέεται με συγκεκριμένη δράση, σε άλλο πνεύμα από αυτό στο οποίο αναφέρεται ο Miller.
Το 1946 ο Miller και η Palmer προτείνουν τον Σικελιανό για το Νoμπέλ Λογοτεχνίας με επιστολή που κατατίθεται μέσω του Anders Österling στη Σουηδική Ακαδημία (και θα ακολουθήσουν επιπλέον υποψηφιότητες του Σικελιανού έως το 1950). Η πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Σικελιανού, προγραμματισμένη για το τέλος της δεκαετίας του ’30, πραγματοποιείται, λόγω του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, το 1946 και το 1947, ενώ μια σειρά ποιημάτων που σήμερα ανήκουν στην ενότητα «Επίνικοι Β’ (1940-1946)» γράφτηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου και αμέσως μετά. Η αυστηρή λογοκρισία κατά την Κατοχή δεν άφηνε περιθώρια σε περιοδικά και εκδοτικούς οίκους να δημοσιεύσουν πατριωτική ποίηση, αυτός όμως ο περιορισμός δεν αποτέλεσε εμπόδιο για την ποιητική έμπνευση του Σικελιανού. Το 1943, χρονιά του θανάτου του Κωστή Παλαμά, του ποιητή με χαρακτηριστικά εθνικού ποιητή (παρά το γεγονός ότι ο τίτλος αυτός ανήκει αποκλειστικά στον Διονύσιο Σολωμό), δημοσιεύεται ο ποιητικός τόμος Αντίδωρο, με ποιήματα του Σικελιανού επιλεγμένα από τον ίδιο τον ποιητή, όπου συμπεριλαμβάνονται, στην ενότητα με τίτλο «Ιερά οδός», ποιήματα των δεκαετιών του ’30 και του ’40 (με εξαίρεση το «Ύμνος του μεγάλου νόστου» του 1929) και ανάμεσα σε αυτά τα ποιήματα «Στυγός όρκος» (1939), «Άγραφον» (1941) και «Σόλωνος απόλογος» (1942), που είναι τρία από τα πέντε ποιήματα του Σικελιανού που είναι γνωστά ως ακριτικά.

Τα ποιήματα αυτά και τα ποιήματα «Ελληνικός νεκρόδειπνος» και «Διόνυσος επί λίκνω» είχαν κυκλοφορήσει κατά το τέλος Μαΐου του 1942 μυστικά (σημειωτέον ότι το ποίημα «Άγραφον» είχε προηγουμένως, τον Νοέμβριο του 1941, δημοσιευθεί στη Νέα Εστία) σε χειρόγραφη έκδοση 100 αντιτύπων υπό τον τίτλο Ακριτικά, παραπέμποντας ως προς τον τίτλο στους φύλακες των συνόρων στο Βυζάντιο (προπαντός από τον 7ο έως τον 10ο αι.) και στην προφορική και γραπτή λογοτεχνική παράδοση των ακριτικών τραγουδιών και του έπους του Διγενή Ακρίτα. Το υλικό αυτών των ποιημάτων αυτών αντλείται όχι από τη βυζαντινή εποχή ή τον κόσμο των φυλάκων των «ακρών» (συνόρων), αλλά από την αρχαιότητα συχνά σε συνδυασμό με χριστιανικούς μύθους.

Τα ποιήματα αυτά, παρά το γεγονός ότι δεν περιορίζονται ως προς τον τόπο και το χρόνο, αναφέρονται εμμέσως πλην σαφώς στη σύγχρονή τους πραγματικότητα, στη μακριά νύχτα της Κατοχής και την ανάγκη επιστροφής του φωτός της ειρηνικής ζωής και της ελευθερίας. Για τον Anthony Hirst, “Sikelianos’ finest poems of the Occupation years, shaped by the constraints on public discourse, manage, with their quiet defiance, to be both patriotic, in the sense of holding out to the Greek people their own cultural roots as a source of strength, and at the same time universal, touching on all our deepest emotions, hopes and fears”.[8] Νομίζω ότι σε αυτό το πνεύμα, που πολύ εστιασμένα παρουσιάστηκε από τον Miller παραπάνω, συσχετίσθηκαν από νωρίς, στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αμέσως μετά, τα ακριτικά ποιήματα με τα «βαθύτερα συναισθήματα, τις ελπίδες και τους φόβους» όλων των ανθρώπων.

Η κυκλοφορία τους, στο πρωτότυπο και σε μετάφραση, προπαντός μέσω αυτής, θα αποτελέσει για μια μεγάλη κοινότητα ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών, όχι μόνο των ελληνικών, μια απάντηση στη σιωπή και τη λογοκρισία του πολέμου. Γύρω από τα ποιήματα αυτά θα στηθεί, θα δούμε, ένας εκτός των ελληνικών συνόρων μηχανισμός διακίνησής τους, που θα προσπαθήσει να απελευθερώσει, στο μέτρο που μπορεί να το κάνει αυτό η ποίηση, την «ως δίστομη πληγή βαθιά [μας]» Μνήμη του πολέμου. Το Μάιο του 1944 θα πραγματοποιηθεί, από χειρόγραφο στην ουδέτερη Ελβετία που στέλνεται στην Αίγυπτο, η χειρόγραφη έκδοση Καΐρου (τυπωμένη σε τυπογραφείο της Αλεξάνδρειας), με αυτόγραφο πρόλογο που έχει αποδοθεί στον Γιώργο Σεφέρη, στην πρωτοβουλία του οποίου (και του Αλέξανδρου Ξύδη) οφείλεται η έκδοση.


Τα ακριτικά ποιήματα θα ακολουθήσουν στη συνέχεια άλλα μονοπάτια, που θα τα οδηγήσουν τελικώς στο φως, αυτή τη φορά μέσω της μετάφρασης. Τα ποιήματα αυτά θα μεταφρασθούν, πριν και μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, και πτυχές των μεταφράσεων αυτών, ζητήματα γύρω από την ιστορία και την παρουσίασή τους, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω παρακάτω.
Το 1944 θα κυκλοφορήσουν δύο μεταφραστικοί τόμοι με μεταφράσεις των ακριτικών ποιημάτων. Ο πρώτος, βάσει της ημερομηνίας συγγραφής του σημειώματος του μεταφραστή, είναι στα Αγγλικά, φέρει ως μεταφραστή τον Paul Nord (Πολ Νορ, ψευδώνυμο του Νίκου Νικολαΐδη, συγγραφέα-μεταφραστή, δημοσιογράφου και εκδότη (1899-1981),[9] είναι δίγλωσση, δημοσιεύθηκε ιδιωτικά στη Νέα Υόρκη.

Η μετάφραση των ακριτικών ποιημάτων του Σικελιανού τη δεκαετία του ’40


Στο εσώφυλλο βλέπουμε μια σελίδα από το χειρόγραφο για την ταυτότητα του οποίου θα πούμε παρακάτω, την επιγραφή που βρίσκουμε και στο ποίημα «Σόλωνος απόλογος», βοηθητικό σχόλιο ως προς τον τίτλο των Ακριτικών και τους ακρίτες, εισαγωγικό σημείωμα μίας σελίδας που υπογράφεται από τον Paul Nord στη Νέα Υόρκη στις 3 Ιουνίου 1944 και τα ακόλουθα αγγλικά μεταφράσματα: “Stygian Oath”, “Unwritten”, “Greek Supper with the Dead”, “Dionysos in His Cradle” και “Solon’s Apologue”, μετάφραση των ποιημάτων «Στυγός όρκος», «Άγραφον», «Ελληνικός νεκρόδειπνος», «Διόνυσος επί λίκνω» και «Σόλωνος απόλογος» (παρατίθενται). Το εισαγωγικό σημείωμα αναφέρεται μετά από ένα σχόλιο ως προς τον ρόλο του ποιητή σε καιρούς δύσκολους («ο ποιητής δε θαυμάζεται και δεν εκτιμάται απλώς για το ταλέντο του, αν δε δείχνεται αντάξιος των προσδοκιών των συμπατριωτών του, που βλέπουν σ’ αυτόν την ενσάρκωση όλων των ελληνικών αρετών, του θάρρους μες στη λευτεριά και μες στη σκλαβιά, της υλικής και της πνευματικής έξαρσης και της σταθερής επιμονής στο ιδανικό του ηρωισμού») γίνεται αναφορά συγκεκριμένα στα ακριτικά ποιήματα και το πώς έφτασαν στον μεταφραστή: «Γραμμένα με το χέρι, έφτασαν στον ελληνικό λαό και περνούσαν από τον ένα στον άλλο κρυφά, ώσπου ένα αντίγραφο βρέθηκε σε ουδέτερη χώρα και από κει στάλθηκε στη γυναίκα του ποιητή, την Εύα Σικελιανού, στη χώρα ετούτη».[10] Τα ποιήματα αυτά κοινωνούνε σε μας μια αποκάλυψη της ψυχής του ποιητή, όπως ο ίδιος την είδε ‘να λάμπει βαθιά στα μάτια των Ελλήνων’ ακατάχτητων, αδάμαστων και ανδρείων μέσα στη συμφορά τους, καθώς αντιπολεμούν τους τυράννους με τα αστόμωτα πάντοτε όπλα της αιώνιας ελληνικής παλληκαριάς, τα όπλα που χαλκεύονται στα απάτητα λημέρια των ανταρτών – που είναι οι νέοι Ακρίτες – και στις καρδιές των ποιητών τους. Τα όπλα αυτά, που περνούν από τώνα άσαρκο χέρι στο άλλο, καθώς κατεβαίνουν από τις υψηλότατες κορφές της ποίησης, είναι αδρή απόδειξη πως ο Πύθιος Απόλλων, φονευτής του Βύθιου Δράκοντα, πολεμά ακόμα λαμπρά πάνω απ’ τον Παρνασσό. Κι ότι του Δία ο κεραυνός δεν έχει χάσει την καυτερή του κόψη κι ακόμα πως οι Έλληνες σβήνουν με πόθο τη δίψα τους στη μετάδοση του χυμένου αίματος του Διονύσου, όπως μεταλαβαίνουν κι απ’ το αίμα του Λυτρωτή, του Χριστού, του ελθόντος βαλείν, ουχί ειρήνην, αλλά μάχαιραν.[11]
Τα παραπάνω είναι στο πνεύμα των ακριτικών ποιημάτων, αλλά και στο ύφος άλλων κειμένων, ποιητικών, πεζών και θεατρικών, του Σικελιανού. Η «ουδέτερη χώρα» στην οποία βρέθηκε το αντίγραφο είναι η Ελβετία και το αντίγραφο που τελικώς ήρθε στα χέρια της Palmer στάλθηκε από τον Σεφέρη, ο οποίος με επιστολή του της 22 Μαρτίου 1944, διπλωμάτης τότε στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο, στέλνει κρυφά στην Palmer αντίγραφο των Ακριτικών ζητώντας της να μεταφράσει και να δημοσιεύσει τη συλλογή.[12] Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς (βλ. την ημερομηνία του σημειώματος που υπογράφει ο Paul Nord) η Palmer παρουσιάζει τον τόμο στο Stanhope Hotel και διαβάζει δύο από τα μεταφρασμένα ποιήματα της συλλογής.[13] Σε επιστολή της στον Σεφέρη τον Αύγουστο του 1944, οπότε και του στέλνει αντίτυπα του μεταφραστικού τόμου, λέει ότι ήταν «βιαστική» δουλειά, γράφοντας τα ακόλουθα:

At first I meant to wait from the plates from Cairo which you promised to send, but I found their delay might lengthen out immeasurably, and I wanted to make it evident that the poems were written during the German occupation, and secured in a neutral country through underground means.[14]

Για τη μετάφραση των ποιημάτων η Artemis Leontis εικάζει ότι η συμβολή της Palmer και ως προς τη μετάφραση ίσως είναι μεγαλύτερη από αυτήν που αναφέρεται.[15]

Ο δεύτερος μεταφραστικός τόμος είναι στα Γαλλικά και ο μεταφραστής είναι ο Octave Merlier (1897-1976), διακεκριμένος νεοελληνιστής, από τους πιο δόκιμους μεταφραστές ελληνικών λογοτεχνικών έργων και ιστορικός διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος. Με την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου ο Merlier επιστρατεύεται στην Ελλάδα και μετά την υποδούλωση της χώρας του (1940) συνδέεται με την αντιστασιακή οργάνωση του στρατηγού De Gaulle. Το 1941 συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο, αλλά στη συνέχεια αφήνεται ελεύθερος, μεταφέρεται όμως με διαταγή του ναυάρχου François Darlan στο Vichy και από εκεί, μέσα στον ίδιο χρόνο, μετακινείται στο Aurillac, όπου παράλληλα με την αντιστασιακή δράση του συνεχίζει τις φιλολογικές μελέτες του. Το 1944 ο Merlier εγκαινιάζει μια σειρά εργασιών για τον Σικελιανό με πρώτη τη μετάφραση των ακριτικών ποιημάτων του ποιητή.

Ο τόμος αυτός, δημοσιευμένος το 1944 στο Aurillac (Imp. Poirier-Bottreau), έχει τον τίτλο Serment sur le Styx (1941-1942). Cinq poèmes grecs traduits et présentés par Octave Merlier και θα ανατυπωθεί πρώτη φορά δύο χρόνια αργότερα, στις 18 Δεκεμβρίου 1946, στο τυπογραφείο του Στέφανου Ταρουσόπουλου και σε 1500 αντίτυπα, στα πλαίσια της σειράς “Collection de l’Institut Français d’Athènes” του Γαλλικού Ινστιτούτου με ξυλογραφίες, κατά το πρότυπο της ελληνικής έκδοσης των ακριτικών ποιημάτων, του Σπύρου Βασιλείου (Icaros).

Η μετάφραση των ακριτικών ποιημάτων του Σικελιανού τη δεκαετία του ’40


Ο τόμος έχει τη συμβολική αφιέρωση “Aux défenseurs de toutes les Salamines”, πρόλογο της ανατυπωμένης έκδοσης που υπογράφεται στο Παρίσι το Νοέμβριο του 1946, κείμενο σε δύο ενότητες που υπογράφεται στο Aurillac με την επίσης συμβολική ημερομηνία 14 Ιουλίου 1943 και τα μεταφράσματα “Serment sur le Styx”, “Jésus aux Portes de Sion (Agraphon)”, “Banquet Funèbre en Grèce”, “Dionysos au Berceau” και “Apologue de Solon”, μετάφραση των ποιημάτων «Στυγός όρκος», «Άγραφον», «Ελληνικός νεκρόδειπνος», «Διόνυσος επί λίκνω» και «Σόλωνος απόλογος».
Από τον πρόλογο της ανατυπωμένης έκδοσης μαθαίνουμε διάφορα για την έκδοση του 1944, ανάμεσα σε άλλα και ότι η λογοκρισία δεν είχε εγκρίνει τη δημοσίευση του προλόγου, ιδιαίτερα μια φράση από μια επιστολή που μιλούσε για παιδιά που τα είχαν «τσακίσει» στην Αθήνα γερμανικά αυτοκίνητα και φορτηγά. Η πώληση του μεταφραστικού τόμου απαγορεύτηκε, όμως ο Merlier τύπωσε 250 αντίτυπα και τα μοίρασε σε φίλους του. Το κείμενο σε δύο ενότητες, μία για τον αναγνώστη (“Au lecteur”) και μία για τον ποιητή (“Au poète”), είναι κατατοπιστικό για την εποχή των ελληνικών ποιημάτων και των γαλλικών μεταφρασμάτων, αλλά και για τα ίδια τα ποιήματα και τον ποιητή. Ο Merlier θα πληροφορήσει στο προλογικό σημείωμα τον γαλλόφωνο αναγνώστη για τον όρο «ακριτικά» και τη σχέση με τη δημοτική ποίηση και τα ακριτικά τραγούδια, αλλά και τη συμβολική απήχησή του στο σύγχρονο παρόν: “Mais ces ‘Akrites’ ne sont-ils que des soldats? Dans les trois années dramatiques de 1940, 1941 et 1942, c’est la Grèce entire, ce sont les anonymes, comme tous ceux don't le nom survivra dans l’histoire, qui veillent sur les frontiers de l’hellénisme, menace par la guerre, par la faim, par la mort”.[16]
Σαν να απευθύνεται σε συστρατιώτη του, άλλον «ακρίτα» του ελληνισμού, ο Merlier απευθύνεται στον ποιητή, στο β’ μέρος του προλογικού σημειώματος, σε β’ πρόσωπο: “Il y a quatorze mois m’arrivait de Grèce votre dernier recueil de poèmes: AKRITIKA, date de l’hiver 1941-1942. Je me trouvais en exil”.[17] Η εικόνα που έχει ο Merlier για την κατοχική Ελλάδα διαμορφώνεται μέσα από τις επιστολές της συζύγου του, Μέλπως Λογοθέτη-Merlier: “[…] j’ai suivi ainsi, par elle, la terrible épreuve qui décimait le peuple grec”.[18] Η εικόνα που έχει ο Merlier για τον Σικελιανό της Κατοχής είναι αυτή που του μεταφέρει η σύζυγός του: “Cependant ma femme m’écrivait: ‘Sikélianos est devenu le poète national, vers qui se tournent les regards des jeunes’”.[19] Η αφήγηση του Merlier, από σημείωμα με πληροφορίες για τον ποιητή και τα προς μετάφραση ποιήματα και τον τρόπο και τον λόγο για τον οποίο αυτά ήρθαν στα χέρια του, μετατρέπεται σε βιωματικές αναφορές στην κατοχική ζωή στην Αθήνα μέσα από την παράθεση αποσπασμάτων από τις επιστολές της συζύγου του:

Vous qui, dans vos vers, savez faire parler le silence de la nuit, et, de la mort, faire jaillir la poésie, vous comprendrez pourquoi mes souvenirs de l’automne et de l’hiver 40, à quoi sont venues se superposer les évocations des lettres de ma femme, m’ont introduit dans votre pensée. Ces souvenirs, ce sont les votres; car je me rappelle, comme vous, avoir vu ces hommes, vos “frères, hommes de la montagne, de la mer, de la plaine, escalader les rochers en silence, pour boire à la source de la vaillance”. Et “le vin noir de la douleur”, je l’ai bu au même calice que vous, tandis que mes yeux parcoureaient les lettres qui me venaient d’Athènes. Pourquoi n’en pas recopier ici quelques fragments? Ils évoqueront, mieux que je ne le saurais faire, l’atmosphère au milieu de laquelle ont paru vos poèmes.[20]

Οι επιστολές αυτές, με την πρώτη να χρονολογείται στις 21 Νοεμβρίου 1941, αποτυπώνουν, σύμφωνα με τον μεταφραστή, το πόσο κοντά είναι τα ακριτικά ποιήματα του Σικελιανού στην αθηναϊκή κατοχική πραγματικότητα. Ο πρόλογος θα επικεντρωθεί στη συνέχεια σε ζητήματα γύρω από την ποίηση του Σικελιανού, τη σχέση της με την αρχαιότητα και το χριστιανισμό και άλλα γραμματολογικά και φιλολογικά θέματα που λειτουργούν βοηθητικά στην ανάγνωση των μεταφρασμάτων από το γαλλόφωνο κοινό. Για το κάθε μετάφρασμα υπάρχει μια ξυλογραφία του Σπύρου Βασιλείου εμπνευσμένη από την θεματική του εκάστοτε ποιήματος.

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και στη διάρκεια πια του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου η ιστορία των μεταφράσεων των ακριτικών ποιημάτων του Σικελιανού συνεχίζεται με δύο επιπλέον μεταφραστικούς τόμους, και οι δύο δημοσιεύονται το 1946.
Ο πρώτος είναι του Lawrence Durrell (1912-1990), εκπατρισμένου Βρετανού μυθιστοριογράφου, ποιητή και δραματουργού με στενή σχέση με τον ελληνικό κόσμο,[21] και έχει τίτλο Six Poems from the Greek of Sekilianos [sic] and Seferis, που δημοσιεύθηκε νωρίς[22] το 1946 στην επί αγγλικής (1945-1947) κατοχής Ρόδο, όπου ο Durrell διέμενε έως τον Μάρτιο του 1947, είναι μια μικρή συλλογή έξι ελληνικών ποιημάτων, τριών του Σικελιανού (και τα τρία ποιήματα είναι από τα ακριτικά) και τριών του Σεφέρη.
O Ian S. MacNiven, βιογράφος του Durrell, μάς πληροφορεί ότι την περίοδο που ο Σεφέρης είχε πρόσφατα τοποθετηθεί στο Κάιρο ο Durrell τον βοηθούσε με τις αγγλικές μεταφράσεις ποιημάτων του, που προορίζονταν για τον τόμο Personal Landscape. An Anthology of Exile (Λονδίνο, 1945) με συνεπιμελητές τον Durrell και τον Robin Fedden, ενώ ο Σεφέρης βοηθούσε ως προς τις μεταφράσεις ποιημάτων του Σικελιανού. Ο Σικελιανός, σύμφωνα και πάλι με τον MacNiven, συναντά την περίοδο αυτή τον Durrell και τον διευθυντή του Βρετανικού Ινστιτούτου και μεταφραστή του Σεφέρη Rex Warner (Αθήνα, Οκτώβριος 1946), στου οποίου το Views of Attica and its Surroundings αναφέρεται ο Σικελιανός,[23] αλλά και τον John Lehmann, ποιητή και ανθρώπου των γραμμάτων, στου οποίου τα περιοδικά New Writing and Daylight (Λονδίνο, 1946) και The Penguin New Writing (Λονδίνο, 1948) θα δημοσιευόταν το μετάφρασμα του Durrell “The Death-Feast of the Greeks”.

Η μετάφραση των ακριτικών ποιημάτων του Σικελιανού τη δεκαετία του ’40


Το μικρό (πολύ σπάνιο σήμερα) βιβλίο ανοίγει με σύντομο σημείωμα του μεταφραστή και ακολουθούν τα μεταφράσματα “The Unwritten”, “The Death-Feast of the Greeks” και “Dionysus Encradled”, μετάφραση των ποιημάτων «Άγραφον», «Ελληνικός νεκρόδειπνος», και «Διόνυσος επί λίκνω» και στη συνέχεια τα “The King of Asini”, “In the Manner of G.S.” και “Mr Stratis Seafruit Among the Agapanthus Blossoms”, μετάφραση των ποιημάτων του Σεφέρη «Ο βασιλιάς της Ασίνης» (Ημερολόγιο καταστρώματος, Α΄, 1940), «Με τον τρόπο του Γ.Σ.» (Τετράδιο γυμνασμάτων, 1940) και «Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους» (Ημερολόγιο καταστρώματος, Β΄, 1944).
Στο σημείωμα του μεταφραστή διαβάζουμε ότι το ύφος των δύο ποιητών είναι πολύ διαφορετικό (“that of Seferis allusive, elliptical and reserved, while that of Sekilianos [sic] declamatory, overcharged, and pressing forward through crowding parentheses”), για να οδηγηθεί στην ακόλουθη αναφορά:

They represent quite clearly the two types of poet at work in Europe today: the poet whose work describes an emotion, and the poet whose work describes a state. English readers, at the risk perhaps of over-simplification could regard Sekilianos [sic] as being in temperament near to Yeats, while Seferis seems to be nearer to Eliot.[24]

Η επιλογή των εν λόγω ποιητών και ποιημάτων δεν είναι τυχαία· τα μεν ακριτικά ποιήματα αποτυπώνουν ποιητικά τη νύχτα του πολέμου, ενώ από την άλλη στα ποιήματα του Σεφέρη η αίσθηση αποπροσανατολισμού, αγωνίας και αστάθειας δεν σχετίζεται απαραιτήτως ή αποκλειστικά με τον πόλεμο: «μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας/ σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας» («Ο βασιλιάς της Ασίνης»).[25] Στο μικρό αυτό ανθολόγιο μεταφρασμένων ποιημάτων του Σικελιανού και του Σεφέρη τα ποιήματα αλληλοφωτίζονται, σε κάποιο βαθμό, μέσα από τις ομοιότητες και τις διαφορές τους, αναπαριστώντας μια σύγχρονη Ελλάδα πριν και μετά τον πόλεμο, ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.

Τέλος, ο μεταφραστικός τόμος με τίτλο Sikélianos. Introduction. Choix de Poèmes του Robert Levesque, με ημερομηνία δημοσίευσης 5 Οκτωβρίου 1946 (Icaros), είναι στο πνεύμα άλλων μεταφραστικών τόμων του Levesque κατά τη δεκαετία του ’40, του Σικελιανού και άλλων Eλλήνων ποιητών, πιο συγκεκριμένα του τόμου Sikélianos. Mater Dei. Édition commentée (texte et traduction) (Alpha, 1944) και των τόμων Elytis. Poèmes (texte et traduction) (Hestia, 1945), Solomos. Introduction – prose et poèmes (Icaros, 1945) και Séféris. Introduction – choix de poèmes (texte et traduction) (Icaros, 1945). Ο εν λόγω τόμος εκδόθηκε μετά τον πανηγυρικό φόρο τιμής του Γαλλικού Ινστιτούτου στον «εθνικό ποιητή» (όπως αναφέρεται στο σημείωμα) Σικελιανό (27 Μαΐου 1946) παρουσία του Paul Éluard.

Paul Éluard και Άγγελος Σικελιανός, Αθήνα 1946
Paul Éluard και Άγγελος Σικελιανός, Αθήνα 1946


Περιλαμβάνει προλογικό κείμενο του Éluard, δοκίμιο-μελέτη του Levesque για τον Σικελιανό και μεταφράσεις έργων του Σικελιανού από τον Levesque. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει τα μεταφράσματα “A ma mère”, “Les chevaux d’Achille”, “La mort du meilleur” (μετάφραση των ποιημάτων «Της Μάνας μου», «Τ’ άλογα του Αχιλλέα» και «Ο θάνατος του καλύτερου» από τον Αλαφροΐσκιωτο), “Anadyomène”, («Αναδυομένη» από τη συλλογή Αφροδίτης ουρανίας), “Sparte”, “La Vierge de Mistra” («Σπάρτη» και «Η Παναγιά της Σπάρτης» από τα Σονέτα), “Pantarcès” («Παντάρκης», επίσης από τη συλλογή Αφροδίτης ουρανίας), “Sang de ma race” («Αίμα της φυλής μου» από τον Πρόλογο στη ζωή, Β’. «Η συνείδηση της φυλής μου»), “Chant d’amour (fragment)” (απόσπασμα από τον Τέλειο πόθο» από τον Πρόλογο στη ζωή, Γ’. «Η συνείδηση της γυναίκας»), “Epiphanie (fragment)” (απόσπασμα από το «Αντρίκειο βάφτισμα» από τον Πρόλογο στη ζωή, Δ΄. «Η συνείδηση της πίστης»), “La voie sacrée” («Ιερά οδός» από τα Ορφικά), “Agraphon” («Άγραφον» από τα ακριτικά ποιήματα). Η δεύτερη ενότητα, με τίτλο “Suprême leçon”, με εισαγωγικό δοκίμιο του μεταφραστή, περιλαμβάνει τη μετάφραση του ποιήματος «Μέγιστον μάθημα» από τους Ίμερους και η τρίτη ενότητα, με τίτλο “Le Christ à Rome”, επίσης με εισαγωγικό δοκίμιο του μεταφραστή, περιλαμβάνει μετάφραση αποσπασμάτων από το θεατρικό έργο Ο Χριστός στη Ρώμη, πιο συγκεκριμένα των στίχων 475-705 και 1254-1396. Η μεταφραστική αυτή εργασία αποτελεί ένα ανθολόγιο μεταφρασμένων έργων του Σικελιανού και παρά το γεγονός ότι τα πρωτότυπα έργα αντλούνται και από εποχές πριν τα ακριτικά ποιήματα, το όλο έργο χρωματίζεται από τον χαρακτήρα των ακριτικών, αν και στον τόμο περιλαμβάνεται μόνο το «Άγραφον». Στο προλογικό κείμενο του Éluard διαβάζουμε:

[…] En pleine occupation, en France, dans la nuit extreme contre laquelle nous combattions, il nous a suffi de lire vos “Poèmes Acritiques” pour nous render compte qu’un très grand Poète avait su, pour reprendre un de vos vers, “donner une voix à la nuit” – à notre nuit.
Une voix antique parlait pour nous tous. Ce “Serment sur le Styx” dédié aux “défenseurs de toutes les Salamines” combine je suis reconnaissant à mon ami Octave Merlier de nous l’avoir, contre toutes les censures, tous les interdits, révélé. Son edition témoigne que rien, jamais, ne peut séparer la Grèce de la France […].
[26]

Αντλώντας απευθείας από τον «Ελληνικό νεκρόδειπνο», για τον Éluard ο Σικελιανός μπόρεσε, μέσω των ακριτικών ποιημάτων του που γνώρισε μέσω της μετάφρασης του Merlier, «να δώσει φωνή στη νύχτα», τη νύχτα της Κατοχής ενάντια στην οποία πολεμούσαν στη Γαλλία. Και ο Éluard, όπως και ο Σικελιανός, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, διακίνησε υπογείως ποιήματά του, τα δημοσίευσε “dans la clandestinité”, με διάφορα ψευδώνυμα, συμπεριλαμβανομένης της συλλογής Poésie et verité 1942 (1942). “Je tiens à vous dire en un mot, Angelos Sikélianos, poète entre les hommes, ce que je vous dois: l’Espoir”, λέει ο Éluard, για την οφειλή στον «ποιητή ανάμεσα στους ανθρώπους», τον Σικελιανό, ως προς την Ελπίδα.[27]
Σε ανάλογο πνεύμα είναι ως προς τη συμβολή του Σικελιανού και του έργου του και το δοκίμιο-μελέτη του μεταφραστή, που ανάμεσα στα άλλα σημειώνει ότι «η αγανάκτηση, η αγάπη, η λήθη του εαυτού προίκισαν τον ποιητή στα σκοτεινά χρόνια με υπέροχα φτερά», ενώ χρησιμοποιείται παράδειγμα από τα ακριτικά ποιήματα:

[…] Il s’exposa lui-même pour prendre la défense des opprimés et pour cacher dans sa propre maison des hommes poursuivis; il eut aussi le courage d’écrire et de faire répandre dans tout le pays des poèmes jaillis de son cœur déchiré. L’indignation, l’amour, l’oubli de soi, douèrent le poète durant les années noires de prodigieuses ailes. On le vit recueillir des mythes anciens qu’il regonflait de sève et de souffle. Le Christ qu’il nous présente devant Sion, les poètes persans déjà l’avaient peint méditant sur le cadavre d’un chien; Gœthe lui-même fait état dans son Divan de cette scène de la vie de Jésus, mais nul avant 1941, avant Sikélianos, n’avait su en tirer en sens aussi sublime et fulgurant.[28]

Το θέμα του «Άγραφον» θα το βρούμε και αλλού, στην ποίηση των Περσών ή του Goethe, ωστόσο κανείς πριν τον Σικελιανό, λέει ο Levesque, δεν μπόρεσε να αντλήσει από αυτόν τον μύθο ένα τόσο υπέροχο και εκθαμβωτικό νόημα.

Νομίζω ότι έχοντας πει τα παραπάνω οι αναγνώστες θα ήθελαν να πάρουν μια γεύση από τα ίδια τα μεταφράσματα, προπαντός επειδή οι μεταφραστικοί τόμοι είναι σήμερα δυσεύρετοι. Το ακριτικό ποίημα που θα βρούμε μεταφρασμένο και στους τέσσερις προαναφερθέντες τόμους είναι το «Άγραφον», οπότε, χωρίς πρόθεση συγκριτικής ανάγνωσης και κριτικής, αλλά με διάθεση παρουσίασης δείγματος της «γιγάντιας ανατολής» σε καιρούς δύσκολους παραθέτω τη μετάφραση των στίχων 37-60, που είναι και οι τελευταίοι του ποιήματος:

[…] Και να τώρα,
βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ’ εκείνα,
Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος
μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α!... δώσε,
δος και σ’ εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω
ολοένα ως έξω απ’ της Σιών την πόλη,
κι από τη μια τη γης στην άλλην άκρη
όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια,
κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν
τη θεία πηγή τ’ ανασασμού, ή στη χώρα
ειτ’ έξω από τη χώρα· Κύριε, δος μου,
μες στη φριχτήν οσμήν οπού διαβαίνω,
για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη,
να σταματήσω ατάραχος στη μέση
απ’ τα ψοφίμια, και ν’ αδράξω κάπου
και στη δική μου τη ματιάν έν’ άσπρο
σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο·
κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου,
έξω απ’ τη σάψη, πέρα από τη σάψη
του κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου,
που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι,
τα ‘χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!

[Α. Σικελιανός, «Άγραφον», στίχοι 37-60][29]

[…] And this is how,
I, the last of all, do turn my mind,
O, Lord, to Thy words, and consumed
In one thought, I do before Thee stand:
O, Lord, grant me,
As I walk out of the walls of Zion,
From one end of the earth to the other,
And all lies in shambles and all is rubbish
And unburied corpses, that stifle breath’s divine source,
Inside the city, or out in the land,
O, grant me, Lord, if only for a moment,
That in this horrid stench through which I pass
That I stop, serene amidst the carrion, and that I
Take within my eyeshot some white spot,
As a hailstone, or as a lily, that might shine
So deeply in myself, out of the decay,
Out of this world’s decay,
Just as Thou didst admire
In the setting sun the teeth of that same dog,
As a reflection of the Eternal, but, also
As a great promise,
As a cruel lightning and a hope of Justice!

[A. Sikelianos, “Unwritten”, μτφ. Paul Nord][30]

[…] Et à mon tour,
sans doute le dernier, je retourne, Seigneur,
sans cesse tes paroles en mon esprit.
Me voici debout devant toi. Ah! donne-moi,
à moi aussi, Seigneur, tandis que je m’avance,
m’éloignant toujours plus de la cite de Sion,
lorsque tout, jusqu’aux derniers confins de la terre,
n’est plus que ruines et ordures,
cadavres pourrissants, don't l’odeur empoisonne
la source divine de l’air que l’on respire,
dans la cité comme en dehors de la cité,
Seigneur, dans cette horrible odeur que je traverse,
accorde-moi, du moins pour un instant,
ta sérénité sainte,
que je puisse au milieu des charognes putrides
m’arrêter impassible, et saisir quelque part,
à mon tour, du regard, un signe blanc,
comme la grêle blanc et blanc comme le lis,
et qui brille soudain jusqu’au fond de moi-même
hors de la pourriture, au-delà de la pourriture
du monde, comme les dents de ce chien
où, Seigneur, dans le soir qui venait,
tu vis un jour une promesse solennelle,
reflet de l’Eternel, mais aussi
l’éclair brutal du Droit et l’espérance!

[Sikélianos, “Jésus aux Portes de Sion (Agraphon)”, μτφ. Octave Merlier][31]

[…] And so it is that I,
The last of them here turn my mind
To those Your words, and become one with the thought,
Standing before you here. Ah! Give me,
Give to me also as I walk along,
Outside the walls of Zion, the city, or between
To two ends of the world where all lies
In shambles, stuffed with rubbish, unburied corpses
Stopping up with their stench the divine source
Of the breath, Ah! Grant me, Master as I walk
Whether within the city or beyond,
That in amongst it all serene I see
Some small white spot, a hailstone or a lily,
Shining so deeply in myself from out decay,
Out of this world’s decay:
And that I may marvel then as you did
At the teeth of that dog in the setting sun,
As a tremendous promise,
A reflection of the Eternal,
As the fierce lightning-bolt of  Justice and a Hope.

[A. Sekilianos (sic), “The Unwritten”, μτφ. Lawrence Durrell][32]

[…] Et me voici maintenant
le dernier, à coup sûr, qui tourney ma pensée
vers Tes paroles, Seigneur: je me tiens devant
Toi dans cette seule pensée: Ah! accorde,
accorde à moi aussi, Seigneur, tandis que je marche
sans cesse jusqu’aux extrémités de Sion,
et que, d’un bout à l’autre de la terre,
tout est ruine, immondice,
cadavres sans sépulture, offusquant
la source divine de notre souffle, dans la ville
et hors de la ville, accorde-moi, Seigneur,
dans la sentine affreuse que je traverse,
pour un moment, Ta sainte sérénité,
afin que je puisse m’arrêter impassible au milieu
des charogues et saisir de même
dans mon regard un signe
blanc, comme la grêle, comme le lis,
quelque chose qui m’éclaire subitement et à fond,
en dehors de la putréfaction, au delà de la putrefaction
du monde, comme les dents de ce chien
qu’en les regardant ce soir-là, Seigneur,
tu admiras, promesse souveraine,
reflet de l’Eternel, mais encore
cruel éclair de Justice et espoir!

[Sikélianos, “Agraphon”, μτφ. Robert Levesque][33]


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βογάσαρης, Α. 1985. Πωλ Νορ (Νίκος Νικολαΐδης). Ο σατιρικός, ο λυρικός, ο θεατρικός, ο αντιστασιακός, Δωδώνη.
Delgado Duatis, D. 2015. The Hellenic World of Henry Miller and Lawrence Durrell, doctoral thesis, Ταρραγόνα, Universitat Rovira I Virgili.
Durrell, L. 1946. Six Poems from the Greek of Sekilianos (sic) and Seferis, Rhodes: [n.p.].
Hirst, A. 2008. “His Best and his Worst: the Second World War Poetry of Angelos Sikelianos”, in: Literatures of War, ed. R. Pine & E. Patten, Newcastle upon Tyne: Cambridge Scholars Publishing, σ. 46-71.
Leontis, A. 2019. Eva Palmer Sikelianos. A Life in Ruins, Princeton and Oxford: Princeton University Press [Kindle Edition].
Levesque, R. 1946. Sikélianos. Introduction. Choix de Poèmes. Avant-propos de Paul Éluard, Athènes: Icaros.
MacNiven, I. S. 2020. Lawrence Durrell. A biography, Νέα Υόρκη, Open Road Media.
Merlier, O. 1946. Le Serment sur le Styx. Cinq poèmes de Sikélianos (1941-1942). Bois de Spyro Vassiliou, Collection de l’Institut Français d’Athènes, Athènes: Icaros.
Miller, H. 1944. Sunday After the War, Νέα Υόρκη: New Directions [Kindle Edition].
Sikelianos, A. [1944]. Akritan Songs (1941-1942). Translated from the Greek by Paul Nord, Νέα Υόρκη: The Spap Company.
Σικελιανός, Α. 1968. Λυρικός βίος Ε´. Λυρικά (σειρά δεύτερη), επ. Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος.
Σικελιανός, Α. 1971. Θυμέλη Α´. Πρόλογος. Ο διθύραμβος του ρόδου. Σίβυλλα, επ. Γ. Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Α΄ δημ. 1950.
Sikelianos, A. 1982. The Border Guards. Poems of the Greek Resistance (1900-1946), trans. Frances LeFevre, Cherry Valley, Νέα Υόρκη: Rocky Ledge Cottage Editions.
Warner, R. 1950. Views of Attica and its Surroundings, London: J. Lehmann.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: