Τα «Τσακισμένα λουλούδια» του Τζάρμους

Ο Μπιλ Μάρεϊ στα «Τσακισμένα λουλούδια» (Broken Flowers) του Τζιμ Τζάρμους (2005)
Ο Μπιλ Μάρεϊ στα «Τσακισμένα λουλούδια» (Broken Flowers) του Τζιμ Τζάρμους (2005)

Ο Don Johnston, ένας ελαφρώς σιτεμένος «Δον Ζουάν» που μόλις έχει εγκαταλειφθεί απ’ την -κατά αρκετά χρόνια νεότερη- φιλενάδα του, λαμβάνει ένα ανώνυμο γράμμα που τον πληροφορεί ότι είναι πατέρας, κι ότι ο 19χρονος γιος του έχει βγει στη γύρα και τον ψάχνει. Η ανυπόγραφη επιστολή προέρχεται από μια παλιά του ερωμένη, με την οποία ο Don είχε σχέση πριν από είκοσι χρόνια, τίποτα όμως στο γράμμα δεν του δίνει να καταλάβει για ποια ακριβώς πρόκειται. Ο καλός του φίλος και γείτονας, Winston (ο οποίος λατρεύει τα αστυνομικά μυθιστορήματα και τρελαίνεται να εξιχνιάζει μυστήρια), αναλαμβάνει με δική του πρωτοβουλία να του προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του προκειμένου να ανακαλύψει ποια του έστειλε το επίμαχο γράμμα, βρίσκοντας τις διευθύνσεις των γυναικών με τις οποίες είχε ερωτικά νταραβέρια ο Don προ εικοσαετίας. Παρότι απρόθυμος αρχικά, ο ώριμος άντρας θα ξεκινήσει ένα ταξίδι αναζήτησης με σκοπό, κυρίως, να διαπιστώσει αν τα όσα διάβασε στην επιστολή ισχύουν ή αποτελούν κάποιο ανόητο αστείο.

Ο Don του απολαυστικά μινιμαλιστικού Μπιλ Μάρεϊ (μια απ’ τις τρεις κορυφαίες ερμηνευτικές στιγμές ενός σπουδαίου ηθοποιού που έχει μετατρέψει το εκφραστικό «less is more» σε υψηλή υποκριτική τέχνη), θα πάρει τους δρόμους και θα αρχίσει τις αιφνιδιαστικές επισκέψεις, έχοντας κατά νου να παρατηρεί τα πάντα, όπως τον συμβουλεύει ο φίλος του, μήπως και βρει τα στοιχεία εκείνα που θα «προδώσουν» την μυστηριώδη αποστολέα του γράμματος. Σύντομα, όμως, θα καταλάβει ότι αυτή η έρευνα, όχι μόνο υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες να αποβεί εντελώς άκαρπη αλλά και πως οι συνέπειές της ενδέχεται να είναι πολύ πιο σοβαρές απ’ όσο είχε υπολογίσει. Βλέπεις, η κατά μέτωπο συνάντηση με το παρελθόν, δεν μπορεί ποτέ να είναι εντελώς ανώδυνη. Ρισκάρει κανείς να συνειδητοποιήσει πράγματα δυσάρεστα, να έρθει αντιμέτωπος με την ίδια του τη χρεοκοπία. Μέγας λάτρης του ποδόγυρου ο Don, διαχρονικά επιρρεπής στα ποικίλα θέλγητρα του ωραίου φύλλου (όπως πολύ διακριτικά μας δίνει να καταλάβουμε ο Τζάρμους, ακολουθώντας το βλέμμα του ήρωά του καθώς πέφτει, με μια ζεν λαγνεία, στα θηλυκά που συναντά τυχαία στη διαδρομή του: απ’ τη «Λολίτα» -όνομα και πράγμα- κόρη μιας απ’ τις παλιές του ερωμένες μέχρι μια άγνωστη αεροσυνοδό ή τη σέξι γραμματέα στο γραφείο μιας άλλης πρώην του, η οποία υποστηρίζει ότι έχει το χάρισμα να επικοινωνεί με τα ζώα), παρέμεινε εν τέλει μόνος του, ανίκανος καθώς ήταν, ενδεχομένως, να τιθασεύσει τις επιθυμίες του ώστε να διατηρήσει έναν μόνιμο δεσμό. Σε αντίθεση με τον πολύτεκνο γείτονά του (που μοιάζει ευτυχισμένος περιτριγυρισμένος απ’ τα πέντε του κουτσούβελα, παρά το γεγονός ότι αναγκάζεται να κάνεις τρεις δουλειές για να τα βγάλει πέρα), ο Don βαλτώνει βουβά στο μεγάλο, πολυτελές σπίτι του (μαθαίνουμε ότι ασχολήθηκε με τους υπολογιστές κι έβγαλε πολλά λεφτά), έχοντας μονίμως ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του μια έκφραση γαλήνιας παραίτησης.

Συναντώντας, τη μία μετά την άλλη, τις παλιές του σχέσεις, αυτός ο παροπλισμένος καρδιοκατακτητής, δεν ξεκαθαρίζει παλιούς λογαριασμούς με το παρελθόν: ανοίγει καινούργιους με το παρόν του. Είναι υποχρεωμένος να αντικρίσει κατάματα αυτό που έγινε, τη στιγμή που βλέπει τι απέγιναν εκείνες. Ο Τζάρμους μάς λέει με καταπληκτικό τρόπο (στο γνωστό «αθόρυβο» στυλ του που συνήθως προκαλεί εσωτερικούς κρότους αφού έχουν πέσει οι τίτλοι τέλους) ότι η πιο σίγουρη μέθοδος για να καταλάβουμε ποιοι —καταλήξαμε να— είμαστε, είναι να κοιτάξουμε λίγο καλύτερα τους ανθρώπους που πέρασαν απ’ τη ζωή μας. Οι γυναίκες του Don όσο άλλαξαν, άλλο τόσο έμειναν ίδιες (ένα μέγα παράδοξο της ανθρώπινης φύσης: το πώς καταφέρνουμε να αλλάζουμε τόσο πολύ ενώ κατά βάθος παραμένουμε ίδιοι), παντρεύτηκαν, χώρισαν, έκαναν παιδιά, συμβιβάστηκαν ή έζησαν εκρηκτικά ανένταχτες, πρόδωσαν τα όνειρά τους ή βρήκαν καινούργια, αγάπησαν, πόνεσαν, διέτρεξαν όλο το φάσμα των συγκινήσεων και κατέληξαν να ατενίζουν αυτό που υπήρξαν -και που τους το θυμίζει η παρουσία του αναπάντεχου επισκέπτη- είτε με γλυκιά νοσταλγία, είτε με πίκρα, είτε με θυμό, είτε με αδιαφορία. Καθεμία αντιμετωπίζει τον Don με διαφορετικό τρόπο, κι η συμπεριφορά τους απέναντί του αντικατοπτρίζει το πώς βλέπουν, σε τελική ανάλυση, το ίδιο τους το παρελθόν. Σαν ένα μπουκέτο από ολάνθιστα λουλούδια που «τσάκισε» η ζωή, εξακολουθούν να είναι όμορφες και επιθυμητές αλλά αυτός ο στωικός εργένης δεν ενδιαφέρεται να τις διεκδικήσει ξανά (θα ήταν γελοίο), απλώς προσπαθεί να καταλάβει γιατί δεν κατάφερε να στεριώσει με καμιά τους. Φυσικά η απάντηση βρίσκεται διαρκώς μπροστά στα μάτια του.

«Φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη/ και να τη σπείρουν./ Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά», γράφει ο Σεφέρης στο «Θερινό Ηλιοστάσι». Χρειάζεται, βέβαια, μια —δύσκολη στην απόκτησή της γι’ αυτό και σπάνια— ωριμότητα πλάι σε μια γλυκόπικρη σοφία ώστε να μην μετανιώνεις για το παρελθόν σου και να μη θρηνείς για όσα άφησες πίσω, χωρίς να τα μεταφέρεις στο παρόν. Χρειάζεται, ενδεχομένως, και ένα είδος επικούρειας αταραξίας που σε ορισμένες περιπτώσεις —όπως αυτή του Don— μπορεί στους απ’ έξω να δώσει την εντύπωση της απάθειας. Κι όμως, υπάρχουν τρόποι και τρόποι να λυπάται αξιοπρεπώς κανείς, χωρίς να το κάνει τεράστιο θέμα. Με το πέρασμα των χρόνων, κάθε ζωή γίνεται όλο και πιο δυσκίνητη καθώς το βάρος των απωλειών της αυξάνεται. Κι ωστόσο, ώρες ώρες τη νιώθουμε τόσο ελαφριά, λες κι είναι έτοιμη να φτερουγίσει. Πρέπει να την τοποθετήσουμε δίπλα σε μια άλλη ζωή για να φανεί όπως πραγματικά είναι. Ίσως ο Don να μην είχε καταλάβει ότι γερνάει, αν δεν διαπίστωνε ότι τα κορίτσια που κάποτε ερωτεύτηκε μεγάλωσαν. Εν τούτοις, αυτό το υπέροχο φιλμ (γλυκόπικρο, μελωδικό, σημειολογικά πλούσιο —ό,τι πρέπει να γνωρίζουμε για τους χαρακτήρες υπάρχει μέσα στα κάδρα— αισθητικά λιτό, αφηγηματικά απέριττο) δεν είναι μια μελαγχολική ελεγεία για τις χαμένες ευκαιρίες ή τη στυφή γεύση της διάψευσης, τον χαμένο χρόνο κι όλα εκείνα που αναπόφευκτα παίρνει μαζί του. Παραδόξως, τα «Τσακισμένα λουλούδια» μιλούν για το μέλλον, για τον τρόπο που το μέλλον φέρει εντός του το παρελθόν, χαρίζοντάς του μια δεύτερη ζωή, διασώζοντάς το απ’ την εκμηδένιση και τη λήθη. Διότι η περιπέτεια του Don δεν θα είχε ξεκινήσει ποτέ, αν δεν πίστευε ότι υπάρχει πράγματι εκεί έξω ένας γιος που τον ψάχνει. Ο γιος είναι το μέλλον και γι’ αυτό ακριβώς το μέλλον -που λυτρώνει το παρόν απ’ την αίσθηση της ματαιότητας- είναι που γίνονται όλα.

Και πάλι, βέβαια, ο Τζάρμους δεν θα αρκεστεί σε ένα συμβατικό happy end, σε ένα φινάλε που «τακτοποιεί» τα πράγματα, απαντώντας στις ερωτήσεις, εξιχνιάζοντας τα μυστήρια (ίσως γιατί η πραγματική ζωή δεν μοιάζει με τα αστυνομικά μυθιστορήματα που ξεκοκκαλίζει ο εξαιρετικά συμπαθής Winston). Αντιθέτως θα πολλαπλασιάσει τις απορίες, αφήνοντάς μας στο ίδιο σκοτάδι όπου βαδίζει διστακτικά ο ήρωάς του, ο οποίος μπορεί να βρήκε μπορεί και να μη βρήκε τον γιο του, μπορεί τελικά να μην υπάρχει και κανένας γιος να βρει. Η αισιόδοξη, θετική διάσταση των «Τσακισμένων λουλουδιών», εντοπίζεται στο γεγονός ότι η κατακλείδα του δίνει σ’ αυτόν τον απονευρωμένο άνθρωπο κάτι για να αγωνιά, κάτι για να νοιάζεται, μια κάποια προσμονή για το αναπάντεχο αφού το παιδί του θα μπορούσε να είναι σχεδόν ο οποιοσδήποτε (το πλάνο σε αργή κίνηση με το αυτοκίνητο που περνάει δίπλα του και τον τύπο που τον κοιτάζει με νόημα, είναι ένα μικρό αριστούργημα λεπτής αμφισημίας). Το τελευταίο βλέμμα του Μπιλ Μάρεϊ (καθώς η κάμερα περιστρέφεται γύρω του και τον «καρφώνει» μέσα στο αστικό τοπίο, τονίζοντας την υπαρξιακή του αμηχανία), ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στη σύγχυση και την ελπίδα, είναι το βλέμμα ενός ανθρώπου που μέσα στο παράλογο και την ενδεχομενικότητα, απέκτησε και πάλι ένα μέλλον.

«Λοιπόν, το παρελθόν πέρασε, αυτό το ξέρω. Το μέλλον δεν είναι εδώ ακόμα, όποιο κι αν πρόκειται να είναι. Οπότε το μόνο που υπάρχει είναι αυτό. Το παρόν.». Αυτή είναι όλη κι όλη η «φιλοσοφία» που έχει να προσφέρει ο Don στον νεαρό που πιστεύει ότι είναι ο γιος του. Κι, όμως, ο Τζάρμους δεν δείχνει να το ασπάζεται απόλυτα. Το παρόν γίνεται τόσο γρήγορα παρελθόν που τα όρια ανάμεσα στο τώρα και το πριν, θολώνουν κι εξαφανίζονται. Όλο το ζήτημα είναι το μέλλον, που δεν είναι εδώ ακόμα.

Κι ίσως γι’ αυτό ακριβώς, η ζωή δεν χάνει ποτέ το ενδιαφέρον της.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: