«Κατηγορώ!» (An Officer and a Spy, 2019), του Ρομάν Πολάνσκι

«Κατηγορώ!» (An Officer and a Spy, 2019), του Ρομάν Πολάνσκι


Όταν ένας μεγάλος σκηνοθέτης αποφασίζει να ασχοληθεί μ' ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός, η Ιστορία είναι το τελευταίο που θα έπρεπε να μας απασχολεί. Μεγάλος σκηνοθέτης σημαίνει μεγάλος καλλιτέχνης, και για έναν μεγάλο καλλιτέχνη η αλήθεια είναι κάτι το δευτερεύον σε σχέση με την Ομορφιά. Ο Ρομάν Πολάνσκι, ένας από τους τελευταίους θρύλους του σινεμά (που εξακολουθεί να φτιάχνει υπέροχες ταινίες), ως μεγάλος καλλιτέχνης ενδιαφέρεται πρώτα για την Ομορφιά κι έπειτα για την αλήθεια. Αυτή είναι η σωστή σειρά. Αν κάποιος θέλει να εντρυφήσει στην υπόθεση Ντρέιφους, αυτό το μείζον ιστορικό γεγονός του 20ου αιώνα, υπάρχουν τα βιβλία των ιστορικών, ο Ζολά, ο Προυστ, η Χάνα Άρεντ (ειδικά ο πρώτος τόμος της τριλογίας της, «Οι απαρχές του Ολοκληρωτισμού», για τον αντισημιτισμό). Εκεί βρίσκονται οι πληροφορίες και η - κοινωνιολογική, πολιτική, φιλοσοφική - ανάλυσή τους. Στην καταπληκτική ταινία του Πολάνσκι για τον αντισημίτη, Γάλλο αξιωματικό ο οποίος αποφάσισε να τα βάλει με τους δικούς του, προκειμένου να αποδείξει την αθωότητα του Εβραίου λοχαγού Ντρέιφους (καταδικασμένου επί εσχάτη προδοσία για κατασκοπία), υπάρχει η Ομορφιά ως αποτέλεσμα της καλλιτεχνικής επεξεργασίας αυτών των πληροφοριών. Με το «An Officer and a Spy» (ή «J'acusse», κατά τον γαλλικό τίτλο), ο 89χρονος πλέον Πολάνσκι, όχι μόνο διδάσκει σινεμά, αλλά δείχνει και πώς μετατρέπεται η Ιστορία σε Τέχνη.

Υπάρχουν πράγματα που θα μπορούσε κανείς να του προσάψει εδώ, και αρκετοί είναι αυτοί που έσπευσαν να το κάνουν. Αρχικά, έχουμε το ζήτημα της χαρακτηρολογικής σκιαγράφησης του συνταγματάρχη Πικάρ, που έχει αναλάβει προσωπικά να διαλευκάνει την υπόθεση και να αθωώσει τον Ντρέιφους, χωρίς να διστάζει να συγκρουστεί με το στρατιωτικό κατεστημένο που υπηρέτησε για 25 χρόνια. Μπορεί ένας αντισημίτης μιλιταριστής να φερθεί με τόση μεγαλοψυχία, ακεραιότητα, δικαιοσύνη, κόντρα στις δικές του πεποιθήσεις εν πολλοίς; Ο Πολάνσκι μας λέει ότι μπορεί. Ο ήρωας αυτός είναι ένας κλασσικός ιδεαλιστής, σχεδόν ένας Αμερικανός στην ψυχή (και το αμερικανικό σινεμά μας έχει συστήσει, κατά καιρούς, αρκετούς σαν αυτόν : τώρα και το γαλλικό). Γιατί, όμως, μας φαίνεται τόσο απίθανο το να συμβεί κάτι τέτοιο; Ο αξιωματικός αυτός είναι διαποτισμένος από την αστική ιδεολογία και η συνείδησή του τον καλεί να πράξει βάση των αρχών της. Παραμένει αστός σε μια εποχή που τείνει προς τον φασισμό (όλοι οι ανώτεροί του είναι ήδη πρωτοφασίστες ρατσιστές), αυτό είναι όλο. Δεν πρόκειται για κανέναν άγιο. Απλώς ο άνθρωπος είναι συνεπής ως προς τις ιδέες που τον διαμόρφωσαν. Μπορούσε ένας αστός στις αρχές του 20ου αιώνα να είναι αντισημίτης; Φυσικά. Αυτός ήταν μάλλον ο κανόνας. Από εκεί και πέρα, τίποτα δεν αποδεικνύει εκ των προτέρων ότι ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να βάζει πάνω απ' όλα τη δικαιοσύνη και την αλήθεια.

Ένα άλλο ζήτημα είναι η περιβόητη προσπάθεια του Πολάνσκι να θολώσει τα νερά σε σχέση με το δικό του υποτιθέμενο έγκλημα (τον βιασμό για τον οποίο τον έχουν επικηρύξει στην Αμερική εδώ και δεκαετίες), ταυτίζοντας τον εαυτό του με τον αθώο Ντρέιφους. Η αλήθεια είναι πως το φιλμ έχει τέτοιες αναλογίες αλλά γιατί να μας προκαλεί τόση εντύπωση αυτό; Ο Πολάνσκι δεν είναι ανόητος ώστε να αφήνει να εννοηθεί ότι η δική του περίπτωση είναι παρόμοια με του Ντρέιφους. Ως ένας άνθρωπος, όμως, που έχει βιώσει τι σημαίνει να θεωρείσαι ένοχος πριν ακόμα σε δικάσουν, δικαιούται να θέλει να μιλήσει για την προκατάληψη. Τον Ντρέιφους, μας λέει ο Πολάνσκι, τον αντιμετωπίζει η κοινή γνώμη ως κάθαρμα μόνο και μόνο επειδή είναι Εβραίος. Αυτό είναι το ιδεολογικό κλίμα της εποχής, το καταστασιακό και πραγματολογικό της περίγραμμα : η οργή και το τυφλό μίσος του όχλου. Δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο, το μίσος του όχλου δεν μπορεί παρά να γεννάει τερατωδίες. Εδώ εντοπίζονται οι αντιστοιχίες με το σήμερα. Αν νομίζουμε ότι μεταξύ του αντισημιτισμού και των σημερινών μορφών ιδεολογικού φανατισμού (που επίσης ορέγονται διαρκώς ενόχους και διψάνε για καταδίκες, κι ας είναι ανθρωπιστικό το δικό τους αφήγημα), υπάρχει ξεκάθαρη διαφορά σε ψυχολογικό επίπεδο, πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα της Ιδεολογίας : η ανάγκη για «προδότες», «κακούς» και συνωμοσίες, είναι πιο διαχρονική απ' όσο πιστεύουμε και μάλλον βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης.

Ακόμα, όμως, κι αν ο Πολάνσκι έκανε πράγματι μια σημειολογική «κατεργαριά» στο «An Officer and a Spy», τι σημασία έχει όταν το φιλμ του είναι τόσο όμορφο; Για τον καλλιτέχνη Πολάνσκι - και για τον θεατή που μένει απρόσβλητος από την προκατάληψη -, ουσιώδες δεν είναι το τι θα μπορούσε να λέει το φιλμ σε δεύτερο ή τρίτο επίπεδο (αυτά, άλλωστε, δεν είναι παρά εικασίες των κριτικών) αλλά το πώς η ιστορική πληροφορία και το γεγονός μετατρέπονται σε εικόνα, ρυθμική σύνθεση πλάνων, αισθητική ατμόσφαιρα, ο αφηγηματικός/ εικαστικός τρόπος δηλαδή, που στην κινηματογραφική τέχνη είναι το παν. Κι ο τρόπος του «An Officer and a Spy» δεν είναι τίποτα λιγότερο από εξαίσιος. Ο Πολάνσκι, αρχικά, έχει συλλάβει καταπληκτικά ένα ορισμένο ύφος εποχής, χώρας και συγκεκριμένης κοινωνικής κάστας (αυτής των στρατιωτικών), έτσι ώστε λίγα λεπτά αφότου έχεις εισέλθει στο σύμπαν της ταινίας, οι δεξιοτεχνικά δουλεμένες λεπτομέρειές της, σε κάνουν να νιώθεις ότι έχεις τηλεμεταφερθεί κανονικά στο εκεί και το τότε του δράματος. Ο τρόπος ομιλίας των χαρακτήρων, η στάση του σώματός τους, οι λέξεις που χρησιμοποιούν (ή αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν), τα πάντα στην αλληλεπίδρασή τους δημιουργούν την αίσθηση ότι βρισκόμαστε εντός ενός συγκεκριμένου κοινωνικού χώρου, αυστηρά καθορισμένου με βάση κανόνες και τελετουργικά που δεν επιδέχονται τροποποίησης ή αμφισβήτησης. Πέρα από τα κουστούμια, τα σκηνικά και την καλλιτεχνική διεύθυνση (όλα στον υψηλότερο βαθμό αρτιότητας, εννοείται), είναι κυρίως η σκηνοθεσία του Πολάνσκι που χαρίζει στην αναπαράσταση μια τέτοια λαμπρότητα. Κι οι σπουδαίοι ηθοποιοί του, προεξάρχοντος ενός συναρπαστικού Ζαν Ντεζαρντέν, ολοκληρώνουν το όραμά του με τρόπο ιδανικό, συμβάλλοντας τα μέγιστα στη διαμόρφωση του ειδικού τόνου του φιλμ.

Διότι ο μεγάλος Πολάνσκι δεν επιθυμεί να γυρίσει μια ακόμη - έστω ανώτερη σε όλα τα επίπεδα - ιστορική ταινία, αλλά να μεταδώσει την ιδιαίτερη αίσθηση ενός πολύ συγκεκριμένου κλίματος, μιας χρονικής στιγμής που έπαιξε κομβικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ιστορία του 20ου αιώνα. Κι αν υπάρχει κάτι για το οποίο μπορεί κανείς να τον μεμφθεί είναι ότι σε μεγάλο βαθμό απέκρυψε το πόσο αγρίως αντισημιτική υπήρξε η Γαλλία την εποχή της υπόθεσης Ντρέιφους (με εξαίρεση μία ή δύο σκηνές όπου ο κτηνώδης όχλος προαναγγέλλει τη ναζιστική φρίκη). Κατά τα άλλα, η πρόθεσή του μοιάζει ακραιφνώς αισθησιοκρατική : ο απόλυτος εικονογραφικός εστετισμός του, σε συνδυασμό με την εκπληκτική του ικανότητα να αποφεύγει τη φλυαρία του ψυχολογισμού και να περιφρονεί ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί με το συντακτικό της κινηματογραφικής γλώσσας (ο Πολάνσκι ξέρει να μιλά για τους χαρακτήρες και την ψυχική τους κατάσταση, απλά με το να εναλλάσσει τις αποστάσεις των ηθοποιών από την κάμερα), δημιουργεί οπτικές συνθέσεις αποστομωτικού κάλλους - ειδική μνεία πρέπει να γίνει στην ασύλληπτη φωτογραφία του Pawel Edelman - δίνοντας συχνά την εντύπωση ότι θέλει να φτιάξει από το σκάνδαλο Ντρέιφους μια σειρά κινούμενων πινάκων ζωγραφικής. Οι εντυπωσιακοί καμβάδες του, όμως, δεν είναι ποτέ στερημένοι από συναίσθημα. Μόνο που το συναίσθημα εδώ, είναι κι αυτό δουλεμένο όπως ένα έργο τέχνης, ραφιναρισμένο, διακριτικό : είναι επίσης ρυθμισμένο σύμφωνα με κανόνες, και υπόκειται στην έννοια της στρατιωτικής πειθαρχίας. Όποιος παραφέρεται, εξευτελίζει το στρατιωτικό ιδανικό. Οι ήρωες του φιλμ, τόσο στο μεγαλείο όσο και στη μικρότητά τους είναι πάντα μετρημένοι, αυτοκυριαρχημένοι και αξιοπρεπείς. Ακόμα κι αυτό το στοιχείο παίζει τον ρόλο του διότι εξυπηρετεί το σχέδιο του Πολάνσκι για μια αισθητική προσέγγιση του ιστορικού συμβάντος.

Τίποτα στο «An Officer and a Spy» δεν μοιάζει τυχαίο, όλα στο φιλμ, μέχρι και την τελευταία, φαινομενικά ασήμαντη, λεπτομέρεια δείχνουν να βρίσκονται στην υπηρεσία μιας στέρεης καλλιτεχνικής βούλησης που ζητά να εντοπίσει (δηλαδή να δημιουργήσει) την Ομορφιά, μέσα στο άσχημο συνονθύλευμα του τυχαίου και της μοιραιότητας που είναι η Ιστορία. Αυτό είναι το αριστοκρατικό σινεμά ενός μεγάλου δημιουργού που επιμένει και που ακόμα μπορεί. Ευτυχώς.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: