Με τα δάχτυλα χωμένα στην άμμο, τα πέλματα της Αντριάνα Ασταρέλι δέχονταν το χάδι του ήλιου ήδη από τους τίτλους της ταινίας. Ύστερα η κάμερα διέτρεξε τις γάμπες ως την πλάτη που έκρυβε το γυμνό στήθος. Λίγο μετά μάζεψε τα πράγματά της και έτρεξε στους άδειους δρόμους προς το κομμωτήριο όπου εργαζόταν, ενώ ζήτησε από έναν μεσήλικο περαστικό να διορθώσει το πάνω του μαγιό της. Το βράδυ ξάπλωσε στο πίσω καμαράκι περιμένοντας τον ιδιοκτήτη να έρθει να γείρει πάνω της. Η Αντριάνα διέθετε εμφανώς το δώρο και το αντίδωρο της ομορφιάς. Αργότερα δούλεψε ως ταξιθέτρια στον κινηματογράφο, όρθια με τις ώρες, να βγάζει στα κρυφά τα πόδια από τα γοβάκια της. Τα βράδια όμως είχαν συνέχεια και υπήρχε πάντα κάποιος να βγουν για διασκέδαση και ό,τι άλλο θα προέκυπτε. Κάθε φορά που άλλαζε καβαλιέρο άλλαζε και χτένισμα. Είχε πάντα εκείνη την φιλάρεσκη αλλά και κάπως ανυπόμονη έκφραση, σα να περίμενε κάτι συναρπαστικό, που δεν συνέβαινε ποτέ. Αφού μοιράστηκε τη νύχτα με κάποιον Ντάριο, το πρωί στο ξενοδοχείο την ενημέρωσαν πως έφυγε χωρίς να πληρώσει τον λογαριασμό και αναγκάστηκε να τον καταβάλει με το βραχιόλι που της είχε χαρίσει. Εκείνη η απορία στο βλέμμα της…
Στο σπίτι της το πικάπ με τα μικρά δισκάκια δεν σταματούσε να παίζει· το έβαζε μπρος με το γυμνό της πόδι και, καθώς άκουγε το εξαίσιο Mani
bucate
του Sergio Endrigo, κοιτούσε την Ρώμη από το μπαλκόνι της πανύψηλης πολυκατοικίας· το θλιμμένο τραγούδι ταίριαζε στο μελαγχολικό της πρόσωπο. Στο τηλέφωνο κάποιος επέμενε πως την είχε γνωρίσει ένα μήνα πριν και έδωσαν ραντεβού για το ίδιο βράδυ. Ήταν αρκετό να την κάνει να χορέψει, πάντα ξυπόλητη. Και όμως, όταν σε λίγο η γειτόνισσα την παρακάλεσε να κρατήσει το μωρό της γιατί δεν ήρθε η μπέιμπι σίτερ, δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Στο διάλειμμα ενός αγώνα πυγμαχίας κλήθηκε να διαφημίσει μια κολεξιόν. Σε κάθε φράση από τα μεγάφωνα ακολουθούσε και μια προσβλητική έκφραση των θεατών. Έξω την περίμενε ο φωτογράφος και της πρότεινε να επιστρέψει με έναν ευκατάστατο κύριο που «τύχαινε» να πηγαίνει και αυτός στη Ρώμη. Του φώναξε πως δεν χρειάζεται προαγωγούς και ξεκίνησε μόνη της στους έρημους δρόμους για τον σταθμό των τραίνων. Πίσω της αντιλαλούσαν τα βήματα του καταχτυπημένου πυγμάχου Εμίλιο και περπάτησαν μαζί. Απαιτεί μεγάλο πάθος για να τραυματίζεσαι τόσο πολύ, του είπε, χωρίς να αντιλαμβάνεται πως η φράση ταίριαζε περισσότερο στην ίδια. Τότε πέρασε το δρομολόγιο για την Πιστόια και του είπε πως είχε καιρό να πάει εκεί· έτρεχε ήδη προς το τραίνο όταν του έστειλε ένα φιλί, αφήνοντάς τον αποσβολωμένο. Το πρωί έφτασε στο αγροτικό πατρικό της. Ο πατέρας την υποδέχτηκε αμήχανα· ήθελε να της γράψει αλλά δεν ήξερε πού· ψυχρότερη η μάνα της την πληροφόρησε πως με την φυγή της τους φόρτωσε και τις δικές της δουλειές και πως ο πατέρας της πνίγει την λύπη του στο κρασί. Ύστερα σηκώθηκε να της καλύψει τους ώμους, όχι για να μην κρυώνει αλλά «επειδή δεν είμαστε στην μεγάλη πόλη εδώ».
Όταν έμεινε έγκυος, ήρθε μια φίλη στο σπίτι να την «συμβουλεύσει». Πρώτα την μάλωσε που πήγαινε με οποιονδήποτε χωρίς καν κάποιο κέρδος. Ποτέ δεν θα την ενδιέφερε να αποκτά χρήματα με αυτό τον τρόπο, απάντησε. Στην φράση της φίλης «τότε είσαι σαν το βραβείο κάποιας φιλανθρωπικής οργάνωσης», επέμεινε πως περνούσε όμορφα με τον εκάστοτε άντρα και τελικά δενόταν συναισθηματικά. Όταν χτύπησε η πόρτα, ήταν ένας γιατρός και η βοηθός του.
Την κάλεσαν στην αστυνομία για τον Ντάριο· το βραχιόλι ήταν κλεμμένο από μια πενηντάχρονη κυρία. Ο αξιωματικός την συμβούλευσε να μη δέχεται δώρα από άντρες που δεν γνωρίζει ούτε το επίθετό τους και, τουλάχιστον να συστήνεται με κάποιον προτού κοιμηθεί μαζί του. Παρ’ όλα αυτά πήρε το μέρος του και μάλιστα ζήτησε όταν τον βρουν να του πουν να της τηλεφωνήσει. Με καρφωμένο το βλέμμα πάνω της ο άντρας είπε «τι δε θα ’δινα να ήμουν ο πατέρας σας αυτή τη στιγμή» και η Αντριάνα χαμήλωσε το κεφάλι.
Κάποιο επόμενο πρωί ξύπνησε στο σπίτι ενός συγγραφέα και όταν σε μια σελίδα στην γραφομηχανή διάβασε για μια Μιλένα τον ρώτησε για αυτήν· της είπε πως δεν ήταν δύσκολο να κοιμηθεί μαζί της και του ήταν πλήρως αδιάφορη – της άρεσαν τα πάντα, ήταν διαρκώς χαρούμενη και δεν αντιλαμβανόταν τις συνεχείς ταπεινώσεις. Δεν είχε ούτε την αγάπη της πόρνης για τα χρήματα· το χθες και το αύριο δεν υπήρχαν γι’ αυτήν· ακόμα και το να ζει για την ημέρα θα απαιτούσε πολύ σχεδιασμό άρα ζούσε μόνο για την στιγμή. Ηλιοθεραπεία, δίσκοι και χορός ήταν οι μόνες της δραστηριότητες και πάντα χρειαζόταν νέες σύντομες επαφές με οποιονδήποτε αλλά ποτέ με τον εαυτό της. Η Αντριάνα, όπως πάντα, γέλασε και μετά σκοτείνιασε. «Η Μιλένα είμαι εγώ;». Εκείνος προτίμησε να την καθησυχάσει. Όταν η οικιακή βοηθός μπήκε και την είδε κάτω από τα ξέστρωτα σεντόνια έριξε το επιτιμητικό της βλέμμα μόνο σε αυτήν.
Όταν γνώρισε τον Αντόνιο θεώρησε καλό σημάδι το όνομά του: ο Άγιος Αντώνιος ήταν ο πολιούχος του χωριού της και πάντα συμμετείχε στις λιτανείες του. Στην ερώτησή του «Ξέρεις τι μου αρέσει σε εσένα;», απάντησε ότι είναι χαρούμενη που του αρέσει και της αρκεί. Το αρεστό, τελικά, ήταν «η ευκολία να είναι κανείς μαζί της», το ότι ήταν «χαλαρή και γλυκιά». Την δεύτερη φορά τής μίλησε για μια γυναίκα με την οποία ήταν ερωτευμένος και της ζήτησε να τηλεφωνήσει στο σπίτι της, ώστε να μην ακούσουν αντρική φωνή. Δέχτηκε να το κάνει και έφυγε αθόρυβα.
Σε ένα κοσμικό πάρτι συμπόνεσε τον παλιό διασκεδαστή της σκηνής που εξανάγκασαν να ξαναπαίξει παλιά του νούμερα, μόνο και μόνο για να γελάσουν μαζί του. Την συγκίνησε που έμοιαζε με τον «αποσυρμένο, ντροπαλό τύπο» και εκείνος βρήκε την ευκαιρία να της προτείνει βόλτα με τον κυρίαρχο της ομήγυρης, τελευταία του ευκαιρία για αποδοχή από τους άλλους. Στο υπόγειο πάρκινγκ που άφηνε το αμάξι της, ο υπάλληλος την κοιτούσε πάντα με ενδιαφέρον και της μιλούσε με απλό τρόπο, αλλά της ήταν αδιάφορος, έξω από τον κύκλο που την ενδιέφερε. Εκείνη την βραδιά, ύστερα από τόσες ματαιώσεις, του χαμογέλασε παραπάνω και στάθηκε να τον περιμένει στην γωνία του γραφείου, όχι μακριά από το κλασικό ημερολόγιο με την γυμνή γυναίκα.