Όταν ο Σάμιουελ Μπέκετ συνάντησε τον Μπάστερ Κίτον

Όταν ο Σάμιουελ Μπέκετ συνάντησε τον Μπάστερ Κίτον

Το 1965 σημειώθηκε μια αναπάντεχη σύγκλιση μεταξύ δύο μεγάλων δημιουργών από διαφορετικά πεδία της τέχνης. Ο ένας ήταν ο Σάμιουελ Μπέκετ, ο συγγραφέας που είχε περιορίσει τη λογοτεχνία και το θέατρο σε φωνές, παύσεις και σχεδόν σιωπή, ο οποίος έγραψε το σενάριο και αποφάσισε να (συν)σκηνοθετήσει μια ταινία χωρίς ήχο. Ο άλλος ήταν ο Μπάστερ Κίτον, ο μέγιστος της βωβής κωμωδίας, ο οποίος εμφανίστηκε σε αυτό που θα γινόταν η τελευταία μεγάλη κινηματογραφική του παράσταση. Το αποτέλεσμα ήταν μια μικρού μήκους ταινία, το μονολεκτικό «Film», επισήμως σκηνοθετημένο από τον στενό συνεργάτη του Μπέκετ στο θέατρο, Άλαν Σνάιντερ. αλλά με την πλήρη επίβλεψη του Μπέκετ.

Ο Μπάστερ Κίτον αποτέλεσε προσωπική επιλογή του Σάμιουελ Μπέκετ. Δεν ήταν η πρώτη φορά, άλλωστε, που προέκυψε η πιθανότητα μιας ―ιστορικής― συνεργασίας. Ο Μπέκετ του είχε προσφέρει το ρόλο του Εστραγκόν στην αμερικανική παράσταση του «Περιμένοντας τον Γκοντό», αλλά ο Κίτον απέρριψε την πρόταση. Λέγεται ότι δεν καταλάβαινε το έργο και είχε τις αμφιβολίες του για αυτό. Εντούτοις, συμφώνησε αργότερα να πρωταγωνιστήσει στην ταινία. Επειδή το «Film» ανακαλεί την αίσθηση της εποχή του βωβού κινηματογράφου, αν και με τον ιδιόμορφο τρόπο του Μπέκετ, η επιλογή του ―68χρονου τότε― Κίτον στο ρόλο του ηλικιωμένου, ανώνυμου χαρακτήρα, αποδείχθηκε απόλυτα σωστή.

Ο Μπέκετ είχε επηρεαστεί πολύ από το είδος της κωμωδίας που προσωποποιούσε ο Κίτον. Πολλά από τα βιβλία και τα θεατρικά του έργα παρουσιάζουν αποκλίνοντες χαρακτήρες, χρησιμοποιώντας τις συνταγές της σωματικής κωμωδίας στις βωβές ταινίες των αρχών του 20ού αιώνα. Τόσο αυτός όσο και ο Κίτον μοιράζονταν την ιδέα του ανθρώπου που ρίχνεται καταμεσής ενός αδιάφορου κόσμου και αφήνεται ολομόναχος να επιβιώσει μέσα στον παραλογισμό του.

Το «Μεγάλο πέτρινο πρόσωπο», όπως ήταν το προσωνύμιο του Κίιτον από τις ανέκφραστες και στωικές εκφράσεις του, κυριαρχεί σε αυτή την 20λεπτη, ασπρόμαυρη και σχεδόν βωβή ταινία, εκτός από ένα «Σσστ!» που ακούγεται στην αρχή. Ξεκινά με πολύ κοντινό πλάνο ενός γέρικου, ρυτιδιασμένου βλεφάρου που ανοιγοκλείνει, αποκαλύπτοντας την κόρη του ματιού. Μετά, η σκηνή αλλάζει: Έχοντας στραμμένη την πλάτη του στο φακό, ένας ηλικιωμένος άντρας βαδίζει βιαστικά σε ένα ζοφερό αστικό τοπίο. Προχωρά κατά μήκος ενός τοίχου με το κεφάλι σκυμμένο, προσπαθώντας να αποφύγει τα βλέμματα των περαστικών. Σύντομα, φαίνεται να αντιλαμβάνεται την παρουσία της κάμερας που τον ακολουθεί και προσπαθεί να κρύψει το πρόσωπό του από το φακό.

Ο Σάμιουελ Μπέκετ δίνει εξαρχής το στίγμα του, παίζοντας με τις ιδέες του υποκειμένου και του αντικειμένου σε ένα κόσμο όπου ίσως δεν έχουμε τον έλεγχο, ούτε γνωρίζουμε ποιος τελικά παρακολουθεί ως οφθαλμός ο οποίος «τα πανθ’ ορά». Μόλις είναι ασφαλής στο δωμάτιό του, ηλικιωμένος άντρας καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να απομονώσει και να απομονωθεί. Καλύπτει τον καθρέφτη, αφαιρεί ένα πορτρέτο από τον τοίχο, αποφεύγει ακόμα και την οπτική επαφή με τα κατοικίδια ζώα του, ένα σκύλο, μια γάτα, ένα πουλί και ένα ψάρι σε γυάλα - είτε τα βγάζει έξω από το δωμάτιο είτε τα μπλοκάρει από το οπτικό του πεδίο. Επιτέλους μόνος, καθισμένος σε μια πολυθρόνα, κοιτάζει κάποιες φωτογραφίες, πιθανώς μελών της οικογένειά του, σκίζει την καθεμία προσεκτικά και κατόπιν αποκοιμιέται. Η κάμερα τον πλησιάζει κρυφά, γυρίζει γύρω του και τελικά «βλέπει» το γέρικο πρόσωπό του. Εκείνος ξυπνά, συνειδητοποιεί ότι τον έχουν δει και αντιδρά με τρόμο, καλύπτοντας το πρόσωπο με τα ρυτιδιασμένα χέρια του.

Σε μια συνέντευξή του, ο Μπέκετ είχε πει ότι το «Film» αφορά έναν άνθρωπο που προσπαθεί να ξεφύγει από κάθε είδους αντίληψη, από όλους τους αισθητήρες, ακόμη και από τους θεϊκούς, προσθέτοντας ότι ο άνθρωπος μπορεί να κρατάει απόσταση από όλους, αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει από τον εαυτό του. Η ταινία βασίζεται στη φιλοσοφική αρχή του επισκόπου Τζορτζ Μπέρκλεϊ. (ενός από τρεις πιο διάσημους Βρετανούς εμπειριστές, μαζί με τον Τζον Λοκ και τον Ντέιβιντ Χιουμ), esse est percipi ― στα λατινικά «το να είσαι σημαίνει να γίνεσαι αντιληπτός»). Κατά τον Μπέρκλεϊ, τα φυσικά αντικείμενα υπάρχουν μόνο εάν τα αντιλαμβάνεται ένας νους. Αποτελούν απλώς συλλογές αισθητηριακών ιδεών και, αν κανείς δεν τα βλέπει, δεν τα ακούει ή δεν τα αγγίζει, τότε αυτά δεν υπάρχουν.

Ο Μπέκετ μετέφρασε αυτή τη φιλοσοφική αρχή σε ένα οπτικό δράμα. Στην κορύφωση της ταινίας αποκαλύπτεται ότι το μάτι–κάμερα που ακολουθούσε τον πρωταγωνιστή, δεν ήταν κάποιος εξωτερικός παρατηρητής, αλλά το ίδιο το μάτι του. Αυτό, είχε πει ο Μπέκετ, υπογραμμίζει την αναπόφευκτη φύση της συνείδησης: Ακόμα και αν όλες οι αντιλήψεις του περιβάλλοντος χώρου εξαλείφονται, η αυτοαντίληψη παραμένει. Ο ηλικιωμένος συνειδητοποιεί ότι για να αποφύγει να γίνει αντιληπτός, πρέπει να σταματήσει να αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον εαυτό του. Σύμφωνα με τον Μπέκετ, είναι μια αναπόφευκτη παγίδα αδιάκοπης παρατήρησης, από την οποία ο εαυτός αναζητά απεγνωσμένα διαφυγή στη μη ύπαρξη.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: