Ο Ιγκόρ Μοϊσέγιεφ και τα ίχνη των θρύλων

Ο Ιγκόρ Μοϊσέγιεφ και τα ίχνη των θρύλων

«Ό,τι έχω κάνει το αγαπώ. Αν δεν είσαι ερωτευμένος, δεν μπορείς να δημιουργήσεις. Και αν είσαι ήρεμος όταν έχεις δημιουργήσει κάτι, τότε μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δεν έχεις δημιουργήσει τίποτα». Αυτό πρέσβευε ο Ρώσος χορευτής, χορογράφος και παιδαγωγός, Ιγκόρ Αλεξάντροβιτς Μοϊσέγιεφ (1906-2007), που αναγνωρίζεται ευρέως ως ο μεγαλύτερος του 20ού αιώνα στον χορό χαρακτήρων ― ένα στυλ παρόμοιο με τους λαϊκούς χορούς, αλλά με περισσότερη θεατρικότητα. Ο Μοϊσέγεφ πίστευε ότι ο λαϊκός χορός έπρεπε να αποκτήσει μια νέα ζωή επί σκηνής. Ενώ ο συμβατικός λαϊκός χορός είναι ουσιαστικά μια συμμετοχική δραστηριότητα (πιο ενδιαφέρον να το κάνεις παρά να το παρακολουθείς), εκείνος ήθελε να δημιουργήσει μια θεατρική εκδοχή που θα εύρισκε τη φυσική της θέση όχι σε ανοιχτές πλατείες και πανηγύρια, αλλά ενώπιον ενός κοινού που αγαπά τις χορευτικές παραστάσεις. Για τον σκοπό αυτό, ο Μοϊσέγεφ χρησιμοποίησε διαφορετικά είδη κινήσεων, συμφωνική μουσική, δραματουργία, σκηνογραφία και υποκριτικές ικανότητες. Ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του ως χορογράφο-προσωπογράφο εθνών: «Προσπαθώ να κατανοήσω ένα έθνος όχι μόνο μέσα από τους χορούς του, αλλά και από την μουσική, την ιστορία, τις παραδόσεις και τα έθιμά του. Μετά, προσπαθώ να χρησιμοποιήσω τις δικές μου ικανότητες για να τονίσω συγκεκριμένες λεπτομέρειες που βοηθούν να αντικατοπτρίζεται πιο έντονα ο χαρακτήρας του έθνους».

Παρακολουθώντας μαθήματα χορού από την ηλικία των δώδεκα ετών, έγινε αργότερα μέλος της Εταιρείας Μπαλέτου Μπολσόι, ενώ παρήγαγε και αρκετές χορογραφίες (συμπεριλαμβανομένου του διάσημου «Σπάρτακου»). Το 1936 ήταν η χρονιά που κυοφορήθηκε η διάσημη χορευτική του ομάδα. Ο Μοϊσέγιεφ διορίστηκε επικεφαλής του τμήματος χορογραφίας στο νεοσύστατο Θέατρο Λαϊκής Τέχνης στη Μόσχα και αμέσως έθεσε τις βάσεις για τη δημιουργία του Ακαδημαϊκού Συγκροτήματος Λαϊκού Χορού: Μια άρτια χορογραφική ομάδα, που ασχολήθηκε με την αισθητική κατανόηση και την προώθηση της λαογραφίας. Βασικό όσο και πρωτοποριακό έργο του Μοϊσέγιεφ ήταν να ανακαλύψει τα «ίχνη των θρύλων», όπως τα ονόμασε. Για τον σκοπό αυτό, ειδικοί επισκέφθηκαν διάφορες περιοχές της χώρας, όπου κατέγραψαν άγνωστες χορογραφίες, μελωδίες και έθιμα. Η έρευνα επεκτάθηκε αργότερα σε ευρύτερες γεωγραφικές ζώνες, παρά τα ιδεολογικά και πολιτικά εμπόδια που χώριζαν την Ανατολική από τη Δυτική Ευρώπη. Το πρόγραμμα «Κινήσεις των Σλαβικών Λαών» (1945) δημιουργήθηκε σε ιδιόμορφες συνθήκες: Χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ταξιδέψει σε άλλες χώρες, ο Μοϊσέγιεφ αναπαρήγαγε ζωντανά παραδείγματα, συμβουλευόμενος καλλιτέχνες, λαογράφους, φοιτητές ιστορίας και μουσικολόγους. Οι χορογραφίες του συχνά περιλαμβάνουν διαδοχικά γεωμετρικά μοτίβα που εκτελούνται με μεγάλη ακρίβεια και το έργο του θαυμάζεται για την ισορροπία που διατηρεί μεταξύ του αυθεντικού λαϊκού χορού και της θεατρικής αποτελεσματικότητας. Αν και τα Μπαλέτα Μοϊσέγιεφ έγιναν διάσημα για τα θεαματικά άλματα και τις ακροβατικές κινήσεις, οι χορογραφίες τους προέρχονται σταθερά από αυτό που ο Μοϊσέγεφ αποκαλούσε «ριζικές κινήσεις», δηλαδή τα βασικά βήματα που χαρακτηρίζουν κάθε συγκεκριμένο είδος λαϊκού χορού. Στη διάρκεια της πλούσιας καριέρας του δημιούργησε περισσότερες από 300 χορογραφίες, μεγάλης θεματικής ποικιλίας. Η «Ουκρανική Σουίτα» απεικόνιζε τον αρραβώνα ενός νεαρού ζευγαριού, ο «Χορός του Ποδοσφαίρου» ήταν μια κωμική εκδοχή του δημοφιλούς αθλήματος, οι «Παρτιζάνοι» αναπαριστούσαν σκηνές ανταρτοπόλεμου, ενώ η «Μπούλμπα», με την οποία αναδημιούργησε μοναδικά τη λαογραφία της Λευκορωσίας, υιοθετήθηκε ως εθνικός χορός της χώρας.

Οι χορευτές και οι χορεύτριες του συνόλου ακολουθούν ένα μοναδικό στυλ που συνδυάζει την τεχνική του κλασικού μπαλέτου με παραδοσιακούς λαϊκούς χορούς. Στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους συγκαταλέγεται η υψηλή δεξιοτεχνία και η ικανότητα να μετατρέπουν την ερμηνεία μιας εθνικής ταυτότητας σε αισθητική εικόνα. Ο Μοϊσέγιεφ απέδιδε τη δεξιοτεχνία και την ευελιξία των χορευτών στην εκπαίδευσή τους στο κλασικό μπαλέτο, το οποίο είχε περιγράψει ως τη «γραμματική της κίνησης». Πίστευε ότι με βάση τη τεχνική του κλασικού μπαλέτου μπορεί κανείς να κάνει τα πάντα. Από τότε μέχρι σήμερα, τα Μπαλέτα Μοϊσέγιεφ αποτελούν σχολή και ευρηματικό εργαστήριο για χορογράφους διαφόρων εθνικοτήτων, καθώς συνεχίζουν τις περιοδείες σε όλο τον κόσμο αποθησαυρίζοντας μουσικές, ρυθμούς και βήματα. Γνωστός για την αναδημιουργία παραδοσιακών χορών, ο Μοϊσέγιεφ συμπεριέλαβε στο ρεπερτόριό του μια σουίτα ελληνικών χορών που βασίζεται σε μουσικές των Μάρκου Βαμβακάρη, Βασίλη Τσιτσάνη, Μίκη Θεοδωράκη και Σταύρου Ξαρχάκου, αναδεικνύοντας το συρτάκι, το ζεϊμπέκικο και άλλους ελληνικούς χορούς.



Στο βίντεο καταγράφεται μια πρόβα των Μπαλέτων Μοϊσέγεφ: Διαφορετικές εικόνες και στιγμές, στις οποίες συνδυάζονται η κλασική βάση με πιο ελεύθερες μοντέρνες κινήσεις.


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: