Οι πνευματώδεις ιππότες μιας Στρογγυλής Τράπεζας

(Η σκόνη του χρόνου)

Ένα μικρό μέρος του Φαύλου Κύκλου και η ηγερία του Το ιστορικό ξενοδοχείο Αλγκόνκουιν, έδρα του Φαύλου Κύκλου για μία δεκαετία. Αλεξάντερ Γουόλκοτ: Δημοσιογράφος και κριτικός τον οποίο λάτρευαν και μισούσαν –εξίσου- οι λογοτεχνικοί κύκλοι της Νέας Υόρκης. Τζορτζ Σ. Κάουφμαν: Τιμημένος με βραβείο Πούλιτζερ, είχε μια μακρά και επιτυχημένη καριέρα ως θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος. Έντνα Φέρμπερ: Συγγραφέας πολλών μπεστ-σέλερ, που μεταφέρθηκαν με ανάλογη επιτυχία σε θέατρο και κινηματογράφο («Show Boat», «So Big» κ.ά.) Ρόμπερτ Έμετ Σέργουντ: Θεατρικός συγγραφέας επιτυχιών όπως το «Απολιθωμένο δάσος», που έγινε και ταινία το 1936, με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Χάρπο Μαρξ (εδώ πλαισιωμένος από τους αδελφούς του, Τσίκο και Γκράουτσο): Ο πιο διάσημος «μουγγός» της οθόνης, εύρισκε ξανά τη μιλιά του στη Στρογγυλή Τράπεζα. Ρόμπερτ Μπέντσλεϊ: Χιουμορίστας αρθρογράφος που εξελίχθηκε σε σεναριογράφο, αλλά και γνωστό κωμικό πολλών χολιγουντιανών ταινιών. Ντόροθι Πάρκερ: Η βασίλισσα του Κύκλου χαρακτηριζόταν από το ιδιοφυές, δηλητηριώδες χιούμορ της. Οι διάσημοι αφορισμοί της Ντόροθι Πάρκερ αποτυπώθηκαν και με τον τρόπο των κόμικς.

 

 


Στη δεκαετία του 1920, όσοι αναζητούσαν τις λογοτεχνικές διασημότητες της Νέας Υόρκης είχαν ένα σταθερό προορισμό. Ήταν το ξενοδοχείο Αλγκόνκουιν, γωνία 54ης οδού και Έκτης Λεωφόρου, την ώρα που η αφρόκρεμα των γραμμάτων και των τεχνών συγκεντρωνόταν για φαγητό και ποτό. Το ξενοδοχείο είχε ανοίξει το 1902 και ο πρώτος ιδιοκτήτης-μάνατζερ, Φρανκ Κέιζ, επέβαλε τη φήμη ότι υποδεχόταν γνωστούς λογοτέχνες, θεατρικούς συγγραφείς και κριτικούς. Η φήμη αυτή θα εκτοξευόταν τον Ιούνιο του 1919, όταν το ξενοδοχείο έγινε ο τόπος των καθημερινών συναντήσεων της διαβόητης Στρογγυλής Τράπεζας. Τα μέλη της δεν είχαν, φυσικά, την παραμικρή σχέση με τους ομολόγους από τον αγγλικό θρύλο του Αρθουριανού κύκλου. Στις δικές τους συνευρέσεις παρευρίσκονταν συγγραφείς, δημοσιογράφοι, εκδότες και ηθοποιοί, με κοινό γνώρισμα τα ευφυολογήματα και το πνευματώδες (συχνά δηλητηριώδες) χιούμορ στις κουβέντες τους. Η παρέα μαζευόταν αρχικά στην αίθουσα Πέργκολα, σε ένα μακρύ ορθογώνιο τραπέζι. Καθώς ο κύκλος διευρυνόταν, ο Φρανκ Χέιζ τους μετέφερε στην πιο ευρύχωρη αίθουσα του Ρόδου, η οποία διέθετε ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Τα δεδομένα, πλέον, υπήρχαν και η ιστορία της ομάδας ξεκίνησε.
Οι συναντήσεις των μελών της Στρογγυλής Τράπεζας γίνονταν σε καθημερινή βάση, συνδυάζοντας φαγητό και ποτό με αιχμηρές γνώμες, πνευματώδη κουτσομπολιά και πανέξυπνες λεκτικές δολοφονίες. Οι ίδιοι, με πλεόνασμα αυτοσαρκασμού, αποκαλούσαν εαυτούς και αλλήλους Φαύλο Κύκλο. Οι ατάκες και τα ευφυή λογοπαίγνιά τους έγιναν σύντομα παγκοίνως γνωστά από τις σελίδες της εφημερίδας New York Tribune. Ο δημοσιογράφος Φράνκλιν Πιρς Άνταμς, ομοτράπεζος και αυτήκοος μάρτυς στη Στρογγυλή Τράπεζα, μετέφερε καθημερινά στη στήλη του όσα λέγονταν στη σπινθηροβόλα ομήγυρη.

Η Στρογγυλή Τράπεζα απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη δημοσιότητα και συζητήθηκε πολύ, χάρη σε μια γελοιογραφία του Έντμουντ Ντάφι που δημοσιεύτηκε στο πρωτοσέλιδο της Brooklyn Eagle. Παρουσίαζε την ομάδα καθισμένη γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι, φορώντας πανοπλίες. Τον πυρήνα του Φαύλου Κύκλου αποτελούσαν πολύ περισσότερα πρόσωπα από όσα εικονίζονταν στη γελοιογραφία του Ντάφι. Τον πολυάριθμο κύκλο συνέθεταν επιφανή μέλη της νεοϋορκέζικης ιντελιγκέντσια: Το ζεύγος Χάρολντ Ρος και Τζέιν Γκραντ, συνιδρυτές και συνεκδότες του περιοδικού The New Yorker. Η Ρουθ Χέιλ, δημοσιογράφος και σθεναρή υπερασπίστρια των γυναικείων δικαιωμάτων. Η Έντνα Φέρμπερ, συγγραφέας ευάριθμων μπεστ σέλερ, κάποια εκ των οποίων μεταφέρθηκαν με ανάλογη επιτυχία στη θεατρική σκηνή και στην κινηματογραφική οθόνη, όπως το μιούζικαλ «Show Boat» και το επικό γουέστερν «Ο Γίγας». Ήταν επίσης ο κωμικός ηθοποιός Ρόμπερτ Μπέντσλεϊ, καθώς και ο συνθέτης και μουσικός σχολιαστής στο ραδιοφωνικό σταθμό του CBS, Ντιμς Τέιλορ. Αρκετοί ήταν εκείνοι που βρίσκονταν στην περιφέρεια του Κύκλου, όπως ο θεατρικός συγγραφέας (και μετρ της ειρωνείας) Νόελ Κάουαρντ, ο σεναριογράφος Χέρμαν Μάνκιεβιτς, η ηθοποιός Ταλούλα Μπάνκχεντ κ.ά.

Στο στενό πυρήνα της ομάδας υπήρχαν κάποια μέλη που διακρίθηκαν στο λογοτεχνικό πεδίο, όπως οι τιμημένοι με το βραβείο Πούλιτζερ, Μάρκους Σ. Κόνελι, Ρόμπερτ Ε. Σέργουντ και Τζορτζ Σ. Κάουφμαν. Η τριάδα είχε κάποια κοινά στοιχεία: ήταν πολυτάλαντοι και πολυβραβευμένοι, εκτός από δεινοί χιουμορίστες. Ο Κόνελι ήταν θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, παραγωγός, ηθοποιός και τραγουδιστής. Ο Σέργουντ ήταν θεατρικός συγγραφέας, κριτικός και σεναριογράφος μεγάλων κινηματογραφικών επιτυχιών («Ρεβέκκα», «Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας κ.ά.) Τέλος, ο Κάουφμαν ήταν συγγραφέας, σκηνοθέτης και θεατρικός παραγωγός, έχοντας υπογράψει, μεταξύ άλλων, αρκετά μιούζικαλ των αδελφών Μαρξ (με πιο γνωστό το «Cocoanuts», που μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο). Μάλιστα ο Χάρπο, των αδελφών Μαρξ, αποτέλεσε ενεργό μέλος του Κύκλου, συμμετέχοντας ενεργά στην ανταλλαγή αιχμηρών σχολίων και σατιρικών βελών. Η ένταξή του στην ομάδα αποτέλεσε (μία ακόμα) επίδειξη του χιούμορ που χαρακτήριζε την ομήγυρη. Ο λαλίστατος, εν μέσω της παρέας, Χάρπο, υποδυόταν το μουγγό στις θεατρικές και κινηματογραφικές εμφανίσεις του, χρησιμοποιώντας μόνο την παντομίμα και σφυρίγματα για συνεννόηση με τους αδελφούς του, Τσίκο και Γκράουτσο. Περιέργως, ο τελευταίος, αν και ταίριαζε απόλυτα στο πνεύμα της ομάδας, κυρίως χάρη στις προσβλητικές ατάκες του, ουδέποτε ένιωσε άνετα ανάμεσά τους. Ο ίδιος είχε πει: «Το τίμημα εισόδου σε αυτό τον κύκλο είναι η γλώσσα φιδιού και το μισοκρυμμένο στιλέτο.»

Ο Γκράουτσο δεν υπερέβαλε. Τα λόγια του επιβεβαιώνονται από τις δηλητηριώδεις ατάκες που εκτόξευαν προς πάσα κατεύθυνση τα μέλη του Κύκλου. Η συνταγή ήταν αλάνθαστη και διέθετε τις σωστές αναλογίες της ευθείας λεκτικής βολής: μια γερή δόση οξύτητας, μια υπόδειξη δυσάρεστης αίσθησης, ένα άγγιγμα υφέρπουσας ειρωνείας και, φυσικά, η κατάλληλη στιγμή για να ειπωθεί. Η Στρογγυλή Τράπεζα αποτέλεσε επιτομή της αιχμηρότητας και του κυνισμού, με ευφυολογήματα και αφορισμούς που αποτέλεσαν σήμα κατατεθέν της ομήγυρης. Μερικά αστεία τους ήταν απλώς κακόβουλα, αλλά τα καλύτερα είχαν σκοπό να χυθεί αίμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η λακωνική απάντηση που έδωσε ο Τζορτζ Σ. Κάουφμαν, τότε θεατρικός συντάκτης στους New York Times, σε ένα καλλιτεχνικό ατζέντη που προσπαθούσε να προωθήσει μια ηθοποιό. «Πώς μπορώ να δημοσιεύσω το όνομα της πρωταγωνίστριας που εκπροσωπώ, στην εφημερίδα σας;» ρώτησε ο ατζέντης, για να λάβει τη δέουσα απάντηση: «Πυροβόλησέ την». Ένα άλλο επιφανές μέλος της ομάδας, ο δημοσιογράφος και ιδρυτής της αμερικανικής Ένωσης Συντακτών Τύπου, Χέιγουντ Μπράουν, μιλώντας κάποτε για τη ματαιοδοξία ενός νεαρού καλλιτέχνη, εξέδωσε το τελεσίδικο πόρισμα: «Το μυαλό του είναι τόσο ανοιχτό, ώστε ο άνεμος σφυρίζει περνώντας ανάμεσα». Ιδιαίτερα αποτελεσματικός στα πλήγματα που επέφερε ήταν ο πολυσχιδής Αλεξάντερ Ουόλκοτ. Εκτός από ιδρυτικό μέλος της Στρογγυλής Τράπεζας, υπήρξε επίσης συγγραφέας, σχολιαστής με δική του στήλη σε περιοδικά, εξέχουσα ραδιοφωνική προσωπικότητα, περιστασιακός ηθοποιός και κριτικός θεάτρου. Με την τελευταία του ιδιότητα είχε δώσει τη χαριστική βολή σε μια αποτυχημένη παράσταση, γράφοντας στη στήλη του: «Ήταν ένα κακό έργο, που σώθηκε χάρη στην κάκιστη ερμηνεία». Εξίσου θανατηφόρο ήταν το σχόλιο του Μάρκους Σ. Κόνελι, για μια παράσταση που παρακολούθησε: «Δεν μου άρεσε το έργο. Μετά όμως, το είδα κάτω από διαφορετικές συνθήκες -η αυλαία είχε σηκωθεί». Ευνόητο είναι ότι το γκρουπ δεν είχε μόνο θαυμαστές. Πολλοί τους κατηγορούσαν ότι αρκούνταν στην ανταλλαγή ευνοϊκών σχολίων για τη δουλειά τους και αξιοποιούσαν το χρόνο τους σκαρώνοντας φάρσες. Ο δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος και κριτικός τέχνης, Χένρι Λιούις Μένκεν, αν και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τα μέλη του Κύκλου, είχε πει στη συνάδελφό του, συγγραφέα Aνίτα Λόος, ότι τα ιδανικά τους ήταν ίδια με ενός ηθοποιού του βοντβίλ: «Ενός ερμηνευτή απόλυτα “ενημερωμένου” και ασυνήθιστα άχρηστου».

Στην πρωτότυπη (μεταξύ μύθου και Ιστορίας) Στρογγυλή Τράπεζα, το σχήμα, όπως μαρτυρά η λέξη και η ξυλουργική της εποχής, ήταν κυκλικό. Δεν υπήρχε κεφαλή του τραπεζιού, κάτι που συμβόλιζε την ισότητα μεταξύ όλων των ιπποτών που παρακάθονταν. Τον ίδιο κανόνα τήρησαν οι πνευματώδεις επίγονοί τους. Όπως στον αγγλικό θρύλο οι ιππότες είχαν ανάμεσά τους ένα βασιλιά, τον Αρθούρο, όμοια και αυτοί οι ιππότες —και συμπότες— είχαν ανάμεσα τους μια βασίλισσα: την ηγερία Ντόροθι Πάρκερ. Μοναδική γυναίκα ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη του κύκλου, η Πάρκερ υπήρξε πολλά σε ένα: Συγγραφέας, ποιήτρια, κριτικός, συντάκτρια σε γνωστά περιοδικά (New Yorker, Vogue, Vanity Fair), αλλά και σεναριογράφος σε 15 ταινίες του Χόλιγουντ (υποψήφια για Όσκαρ στο κλασικό «Ένα αστέρι γεννιέται», 1937), πριν μπει στη μαύρη λίστα του «κομμουνιστοθήρα» γερουσιαστή Μακάρθι. Ήταν επίσης μια από τις πρώτες δυναμικές και συνειδητοποιημένες φεμινίστριες. Η Ντόροθι Πάρκερ δεν υπήρξε διάσημη μόνο για όλα αυτά, αλλά για έναν επιπλέον λόγο. Τον ίδιο που την ανέδειξε ως βασίλισσα στην ανδροκρατούμενη ιδρυτική ομάδα. Ήταν εκείνη που, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, πρόσφερε στο μαύρο χιούμορ ένα καλό όνομα. Τη χαρακτήριζε το σαρδόνιο πνεύμα, με ευφυείς και ακανθώδεις φράσεις. «Το πρώτο πράγμα που κάνω το πρωί είναι να βουρτσίσω τα δόντια μου και να ακονίσω τη γλώσσα μου», είχε πει η ίδια. Μόνο μια καλά ακονισμένη γλώσσα σαν τη δική της μπορούσε να ορίσει (και περιορίσει) το ταλέντο της —ήδη διάσημης— Κάθριν Χέπμπορν, σε μια παράσταση στο Μπρόντγουει: «Η ερμηνεία της στο “The Lake” διατρέχει τη γκάμα των συναισθημάτων από το Α μέχρι το Β». Ενδεικτικό της ακονισμένης γλώσσας (με στόχο αυτή τη φορά την εγωπάθεια) ήταν το σχόλιο που έκανε με αφορμή την έκδοση της αυτοβιογραφίας της Βρετανίδας συγγραφέως Μάργκοτ Άσκουιθ: «Η σχέση μεταξύ Μάργκοτ Άσκουιθ και Μάργκοτ Άσκουιθ θα ζήσει ως μία από τις πιο όμορφες ιστορίες αγάπης σε όλη τη λογοτεχνία». Με σκόπιμα προβεβλημένο το εγώ της, προκαλούσε ευθέως όσους επιχειρούσαν να της πιάσουν την κουβέντα: «Προτιμώ να μιλάω στον εαυτό μου. Μου αρέσει ένας έξυπνος ομιλητής και εκτιμώ ένα έξυπνο ακροατήριο». Ο στενός φίλος της, Αλεξάντερ Ουόλκοτ, συνόψισε το χαρακτήρα της ως εξής: «Αποτελεί συνδυασμό Κοκκινοσκουφίτσας και Λαίδης Μάκβεθ». Η σκοτεινή διάσταση του δεύτερου συστατικού στην περιγραφή του Ουόλκοτ παρέπεμπε στην πίσω όψη της δημόσιας εικόνας της. Η Ντόροθι Πάρκερ ήταν αυτοκαταστροφική, με εξάρτηση στο αλκοόλ, αποτυχημένους γάμους και αρκετές απόπειρες αυτοκτονίας.

Στα δέκα χρόνια της παρουσίας (1919 - 1929) η Στρογγυλή Τράπεζα απέκτησε μεγάλη φήμη. Εκτός από τις τακτικές δημοσιεύσεις αποφθεγμάτων και πεπραγμένων στον τύπο και στο ραδιόφωνο, αποτέλεσαν επίσης κεντρικό θέμα στο μπεστ σέλερ της Γερτρούδης Άθερτον «Black Oxen» (Μαύρα Βόδια), που εκδόθηκε το 1923. Η συγγραφέας παρουσίαζε, εξίσου σαρκαστικά, την ομάδα αποκαλώντας τα μέλη της «Σοφιστικιστές». Καθώς πλησίαζαν στο τέλος τους τα Roaring 20’s, οι συνδαιτυμόνες της Στρογγυλής Τράπεζας άρχισαν σιγά σιγά να αραιώνουν. Αιτία ήταν οι λογοτεχνικές (και όχι μόνο) φιλοδοξίες που λειτούργησαν ως φυγόκεντρες δυνάμεις, καθώς και κάποια επίμαχα κοινωνικά ζητήματα, όπως η υπόθεση Σάκο και Βαντσέτι, που προκάλεσαν μεγάλη διχογνωμία μεταξύ τους. Η αρχή του τέλους σήμανε όταν ορισμένα βασικά μέλη μετακόμισαν στο Χόλιγουντ. Εκτός από την Ντόροθι Πάρκερ, ο Τζορτζ Σ. Κάουφμαν εργάστηκε επίσης ως σεναριογράφος, ενώ ο Χάρπο Μαρξ και ο Ρόμπερτ Μπέντσλεϊ έκαναν καριέρα ως κωμικοί ηθοποιοί. Λίγοι συνέχισαν τις επαφές και ακόμα λιγότεροι προσέρχονταν στο ξενοδοχείο για τα εθιμικά τους γεύματα. Μέχρι τη μέρα που δεν ήλθε, πλέον, κανείς. Η ληξιαρχική πράξη θανάτου της Στρογγυλής Τράπεζας υπογράφηκε το 1932 από την Έντνα Φέρμπερ, η οποία κατέφθασε στην αίθουσα του Ρόδου μετά από μακρά απουσία, κάθισε στη θέση της και διαπίστωσε ότι μοιραζόταν το τραπέζι με ένα γκρουπ τουριστών από το Κάνσας.

Η ομάδα μπορεί να διαλύθηκε, αλλά ο απόηχός της παρέμεινε ισχυρός στο πέρασμα του χρόνου. Εκδόσεις βιβλίων, θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, έως και κόμικς διατήρησαν ζωντανό το μύθο της Στρογγυλής Τράπεζας. Ανάμεσα στις πολλές εκδόσεις ξεχωρίζει το βιβλίο The portable Dorothy Parker (Penguin Classics Deluxe Edition, 2006), μια συλλογή που περιλαμβάνει αποφθέγματα, στίχους, ιστορίες, δοκίμια, δημοσιογραφικά κείμενα και συνεντεύξεις της Ντόροθι Πάρκερ. Το 1987, ένα ντοκιμαντέρ με το χαρακτηριστικό τίτλο «The ten-year lunch» κέρδισε το Όσκαρ της κατηγορίας του τη χρονιά εκείνη, ενώ «Ο φαύλος κύκλος της κυρίας Πάρκερ» (1994), με την Τζένιφερ Τζέισον Λι στο ρόλο της Ντόροθι Πάρκερ, ξανάφερε στο προσκήνιο τα έργα και τις ημέρες της ομάδας. Τα βασικότερα μέλη ενσαρκώθηκαν στην ταινία από τους Ντέιβιντ Θόρντον (Τζορτζ Σ. Κάουφμαν), Τομ ΜακΓκόουαν (Αλεξάντερ Ουόλκοτ), Σαμ Ρόμπερτς (Χάρολντ Ρος), Κάμπελ Σκοτ (Ρόμπερτ Μπέντσλεϊ), Τζ. Μ. Χένρι (Χάρπο Μαρξ), Λίλι Τέιλορ (Έντνα Φέρμπερ) και το γιο του Τζον Κασαβέτη, Νικ, στο ρόλο του Ρόμπερτ Σέργουντ.

Τα μέλη του Φαύλου Κύκλου και οι φημισμένες συναντήσεις τους πρόσφεραν στο ξενοδοχείο Αλγκόνκουιν τη διάκριση του ιστορικού τοπόσημου της Νέας Υόρκης, ενώ το 1996 κηρύχθηκε Εθνικό Λογοτεχνικό Ορόσημο. Χρωστώντας πολλά στην εκλεκτή εκείνη παρέα, το ξενοδοχείο ανταπέδωσε την τιμή παραγγέλνοντας και αναρτώντας στην αίθουσα του Ρόδου τον πίνακα της Νάταλι Ασένσιος «Ένας Φαύλος Κύκλος». Μία εικαστική σύνθεση... σινεμασκόπ, για να μπορέσει να περιλάβει τα μέλη της ομάδας σε πλήρη απαρτία. Όσο για το διάσημο στρογγυλό τραπέζι, μπορεί να μη διασώθηκε στη λαίλαπα του χρόνου, αλλά κατασκευάστηκε ένα ακριβές αντίγραφο που σήμερα δεσπόζει στην αίθουσα.

Εικονογράφηση: αρχείο Α. Μαλανδράκη

Λεπτομέρεια του πίνακα της Natalie Ascencios «Ένας φαύλος κύκλος»
Λεπτομέρεια του πίνακα της Natalie Ascencios «Ένας φαύλος κύκλος»
ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: