Brito: Οι γελοιογραφίες του Τύπου σε αγωνία

Brito Brito Brito Brito Antonio Boligan Boligan Cau Gomez Cau Gomez Santiago Marlene Pohle Marlene Pohle Naji al-Ali Naji al-Ali

 

 

 

Πριν λίγους μήνες ένα γεγονός απασχόλησε την κοινή γνώμη στις ΗΠΑ, προκαλώντας έντονες διαμαρτυρίες. Αιτία ήταν η εξαγορά μιας ιστορικής εφημερίδας από ένα hedge fund, με άμεσες συνέπειες στην ερευνητική δημοσιογραφία, στον έλεγχο της εξουσίας και, κατ’ επέκταση, στην ίδια την ελευθεροτυπία. Ο λόγος για την Chicago Tribune, που ιδρύθηκε το 1847 και παλαιότερα ονομαζόταν «Η μεγαλύτερη εφημερίδα του κόσμου». Πραγματικός οδοστρωτήρας η Alden Global Capital που την εξαγόρασε, διαθέτει πλειοψηφικά μερίδια σε περίπου διακόσιες αμερικανικές εφημερίδες. Οι συνέπειες είναι κοινές σε όλα αυτά τα έντυπα: Οι σελίδες μειώθηκαν, τα τηλεγραφήματα του Associated Press αντικατέστησαν τα ρεπορτάζ, η ανάλυση των γεγονότων αντικαταστάθηκε από μια επιλεκτική παραμόρφωση όσων συμβαίνουν στον κόσμο. Στις παράπλευρες απώλειες αυτής της κατάστασης είναι και οι γελοιογραφίες. Οι σκιτσογράφοι πολλών εφημερίδων παγκοσμίως λογοκρίνονται ή απολύονται και τα «ενοχλητικά» σκίτσα τους τελούν υπό διωγμό. Στη χειρότερη περίπτωση αποτελούν στόχους φυσικής εξόντωσης, με πιο τραγικό παράδειγμα την πολύνεκρη επίθεση στη γαλλική σατιρική εφημερίδα Charlie hebdo, το 2015.

Carlos Ferreira do Amaral / Brito (φωτο: Valérie Garnier)

Το φαινόμενο δεν έχει αφήσει αδιάφορους τους μαχητικούς σκιτσογράφους, αλλά και τους ενεργούς αναγνώστες. Ένας από αυτούς, με τη διπλή ιδιότητα του σκιτσογράφου και αναγνώστη, δημοσίευσε πρόσφατα ένα άρθρο στο οποίο καταγγέλλει τα κακώς κείμενα στον Τύπο, με βλαπτικές συνέπειες για τους δημοσιογράφους, τους γελοιογράφους, αλλά και για το αναγνωστικό κοινό. Ο λόγος για τον Πορτογάλο (πολιτογραφημένο Γάλλο) Carlos Ferreira do Amaral, γνωστό με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Brito. Τακτικός συνεργάτης της Le Monde, του σατιρικού Le Canard enchaîné και πολλών άλλων εφημερίδων και περιοδικών (Politique Aujourd’hui, L’Unité, Le Sauvage, Écologie Hebdo, Les Nouvelles Littéraires, Le Monde Diplomatique, L’Événement du Jeudi, L’Humanité, La Raison κ.λπ.) και στην πατρίδα του, μετά την «επανάσταση των γαρυφάλλων» και την ανατροπή του δικτάτορα Σαλαζάρ, στις εφημερίδες A Republica, O Diario, O Diario de Lisboa, Finisterra κ.ά. Ο Brito διετέλεσε επίσης αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Γελοιογράφων (FECO), διαθέτοντας μια διεισδυτική όσο και κριτική ματιά για όσα συμβαίνουν στο διεθνές πεδίο. Με αφορμή το άρθρο του που αναρτήθηκε στο papiernickeles.fr και τιτλοφορείται «Οι γελοιογραφίες του Τύπου σε αγωνία», ζητήσαμε να μας μιλήσει για τα προβλήματα που ταλανίζουν πολλούς συναδέλφους του σε διάφορες χώρες, με επιπτώσεις στην ίδια την ελευθεροτυπία.

Στο άρθρο σου αναφέρεσαι, μεταξύ άλλων, στον παλαιό δημοσιογράφο του New Yorker, A. J. Liebling, και στο απόφθεγμά του «Η ελευθερία του Τύπου είναι εγγυημένη μόνο σε όσους τη διαθέτουν». Πόσο ασφαλής είναι στις μέρες μας αυτή η πολύπαθη έντυπη ελευθερία;

«Μου φαίνεται πολύ σημαντικό να θέσω το ερώτημα σε μια άλλη βάση: Εάν σήμερα, σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίστηκε ο A. J. Liebling στη δεκαετία του 1950, οι ιδιοκτήτες εφημερίδων είναι οι μόνοι που εξακολουθούν να απολαμβάνουν τη “δικιά τους” ελευθερία έκφρασης. Αναφέρομαι φυσικά στους “μικρούς” παραδοσιακούς ιδιοκτήτες μιας παλαιότερης εποχής του Τύπου, και όχι στους “πολύ μεγάλους” ιδιοκτήτες του σήμερα. Λόγω της πτώσης των πωλήσεων, εν μέρει εξαιτίας του ανταγωνισμού από τον οπτικοακουστικό τομέα, καθώς και της οικονομικής αστάθειας που αυτός προκάλεσε, ο έντυπος Τύπος βρέθηκε σταδιακά σε μια κατάσταση αυξανόμενης εξάρτησης από τη διαφήμιση, με αποτέλεσμα η δημοσιογραφική ανεξαρτησία να έχει μειωθεί σημαντικά. Προφανώς, δεν μπορείτε να ασχοληθείτε ελεύθερα με ένα “δυσμενές” θέμα που αφορά κάποιον πελάτη, όταν αυτός αγοράζει διαφημιστικό χώρο από τις σελίδες της εφημερίδας καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Από την άλλη πλευρά, πολύ μεγάλοι ιδιοκτήτες όπως ο Τζεφ Μπέζος, η Νο 1 περιουσία στον κόσμο, ο οποίος αγόρασε την Washington Post, μπορούν να απολαμβάνουν μια Premium ελευθερία του Τύπου, αφού οι εφημερίδες τους αγοράστηκαν όχι για να αποφέρουν κέρδος, αλλά για να χρησιμεύσουν ως υποστήριξη των επικοινωνιακών αναγκών τους. Παρεμπιπτόντως, και για τη δημιουργία μιας κοινής γνώμης ευνοϊκότερης στα οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα. Έτσι, για παράδειγμα, το 90% των γαλλικών μέσων ενημέρωσης, εξαιρουμένου του Δημοσίου όσον αφορά τα οπτικοακουστικά μέσα, ανήκουν πλέον στις μεγάλες περιουσίες που κατέχουν και διαχειρίζονται νέες τεχνολογίες, εξοπλισμούς, κατασκευές, τράπεζες και εμπόριο. Μαικήνες και κτήτορες όπως οι Drahi, Niel, Dassault, Lagardère, Bouygues, Bolloré, Arnault (3ος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο), Pigasse και Pinault. Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η “ελευθερία της έκφρασης” στα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχει γίνει ένα προϊόν πολυτελείας στο οποίο είναι δύσκολο να έχουν πρόσβαση οι απλοί άνθρωποι και οι πιθανοί εκφραστές τους. Παραμένει βέβαια στη διάθεσή τους το Διαδίκτυο και οι πολλές δυνατότητες επικοινωνίας που προσφέρει, αλλά και τα αμέτρητα μειονεκτήματά του.»

Η αγωνία των γελοιογραφιών του Τύπου, όπως τιτλοφόρησες το άρθρο σου, είναι ένα φαινόμενο που εκδηλώνεται όλο και περισσότερο σε διεθνές επίπεδο. Μπορείς να μας αναφέρεις κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα συναδέλφων σου που βίωσαν αυτό το συναίσθημα παρέα με τα σκίτσα τους;

«Θα μπορούσα να ξεκινήσω αναφέροντας τον Πορτογάλο σκιτσογράφο Antonio, μια γελοιογραφία του οποίου θεωρήθηκε παλαιότερα “αντισημιτική” στα κοινωνικά δίκτυα, από υποστηρικτές της κυβέρνησης Νετανιάχου. Αυτό χρησίμευσε ως πρόσχημα στη διοίκηση των New York Times για να εξαλείψει τη γελοιογραφία από τις σελίδες της διεθνούς έκδοσης, αφού το είχε ήδη κάνει στην εθνική της έκδοση. Στην πραγματικότητα, η κατηγορία του αντισημιτισμού έχει γίνει ένα είδος όπλου μαζικής καταστροφής, ειδικά στα χέρια της ακροδεξιάς στο Ισραήλ και των υποστηρικτών της σε όλο τον κόσμο, που τη χρησιμοποιούν κατά καιρούς για να επιλύσουν δικά τους πολιτικά προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας και αλλού. Όπως συνέβη, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας δυσφήμισης που είχε σχεδιαστεί για να ανατρέψει τον ηγέτη των Βρετανών Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν, ομολογημένου υποστηρικτή της παλαιστινιακής υπόθεσης και, επομένως, προφανή “ένοχο αντισημιτισμού” στα μάτια των πολιτικών αντιπάλων του. Έτσι, αν δείξετε λίγη αλληλεγγύη για τους “Ινδιάνους” που επιβιώνουν με κάποιο τρόπο στη γη της Παλαιστίνης, μην εκπλαγείτε αν δείτε αμέσως μετά να προσγειώνονται οι μπλε χιτώνες της 7ης Ίλης Ιππικού, για τη διάσωση των φτωχών αθώων εποίκων που παλεύουν με τους “κακούς”. Ένα από τα τελευταία παραδείγματα είναι η Βρετανίδα ηθοποιός Emma Watson που κατηγορείται για αντισημιτισμό, επειδή υποστήριξε το “Solidarity is a Verb” ως αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό. Στη Γαλλία, μετά από εκστρατείες στα κοινωνικά δίκτυα που λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως αστυνομία και δικαιοσύνη, το λιντσάρισμα από τους politically correct που εισήχθησαν απευθείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, έφτασε στον σκιτσογράφο Xavier Gorce, ο οποίος εξαφανίστηκε από τις σελίδες της Le Monde, το ίδιο όπως και ο σκιτσογράφος Espé της –κομμουνιστικής, κατά τα άλλα– L'Humanité. Μερικές φορές τα σύνορα μεταξύ αριστεράς και δεξιάς είναι θολά, χωρίς να ξεχνάμε και την κέντρο-αριστερά ή την κέντρο-δεξιά καθώς και το δεξί της αριστεράς ή το αριστερό της δεξιάς, που δεν γνωρίζουν πλέον πού πρέπει να βρίσκονται και τι να κάνουν, προκειμένου να διαφοροποιηθούν πραγματικά. Αλλού, στη Λατινική Αμερική, οι Βραζιλιάνοι σκιτσογράφοι Simanca και Cau Gomez αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την εφημερίδα A Tarde, όπως και ο συνάδελφός τους, Santiago, την καθημερινή O jornal do Comércio, επειδή ήθελαν η δουλειά να είναι ελεύθερη και ανεξάρτητη από οικονομικές και πολιτικές δεσμεύσεις. Στη γειτονική Αργεντινή, με μεγάλη παράδοση στη γελοιογραφία, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Σύμφωνα με την εξαιρετική Αργεντινογερμανίδα σκιτσογράφο Marlene Pohle, παρατηρείται σημαντική πτώση στην ποιότητα των γελοιογραφιών που δημοσιεύονται στις λεγόμενες ανεξάρτητες εφημερίδες της χώρας, όπως η La Nation και η Clarín, καθώς και στην “περονιστική - κιρχενιριστική” εφημερίδα Pagina 12. Από τη δική του πλευρά, ο σκιτσογράφος Alfredo Sabat παρατηρεί ότι αυτό που έχει απομείνει από τις γελοιογραφίες που δημοσιεύονται στο Τύπο της Αργεντινής στερείται επιθετικότητας και ο λόγος για αυτό ίσως βρίσκεται σε κάτι χειρότερο από τη λογοκρισία: Την αυτολογοκρισία που δημιουργείται από το φόβο για ένα μέλλον φτιαγμένο από ανεργία.. Μια ευτυχής εξαίρεση, που δυστυχώς επιβεβαιώνει τον κανόνα, είναι ο Κουβανός σκιτσογράφος Boligan, που ζει και εργάζεται στο Μεξικό (σ.σ. δες: https://www.hartismag.gr/hartis-22/komiks/anxel-mpoligkan-skitsarontas-ton-efialth). Χαράζει απρόσκοπτα μια διεθνή διαδρομή από τη στρατηγική του βάση στις σελίδες της μεξικάνικης καθημερινής El Universal και στην κυριακάτικη έκδοση της αργεντίνικης La Nación. Γενικότερα πάντως, θα έλεγα με απαραίτητη δόση σαρκασμού ότι δεν είναι καλό να πηγαίνουμε κόντρα στα συμφέροντα των ολιγαρχών που βασιλεύουν σε χώρες με αβυσσαλέες κοινωνικο-οικονομικές διαφορές. Διαφορές που θεμελιώθηκαν κατά τη μακρά διάρκεια ενός αποικισμού φτιαγμένου από γενοκτονία και σκλαβιά. Ωστόσο, μου φαίνεται σημαντικό να τονίσω ότι όλα αυτά δεν αποτελούν προνόμιο δικτατοριών ή αυταρχικών καθεστώτων. Η λογοκρισία και η αυτολογοκρισία εφαρμόζονται ευρύτατα σε ολόκληρο τον κόσμο. Πράγματι, ο ιδιαίτερα υποκριτικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται στις δυτικές δημοκρατίες μας η έννοια της “ελευθερίας του Τύπου”, παρουσιάζοντάς την ως φάρο του λεγόμενου ελεύθερου κόσμου, είναι κατά τη γνώμη μου μάλλον προπαγάνδα που απευθύνεται σε ένα δήθεν ευκολόπιστο “καλό λαό”. Η πραγματικότητα που βιώνουν πολλοί δημοσιογράφοι κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους είναι ότι έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με την εξουσία μιας ιεραρχίας που επιβάλλει την ενιαία σκέψη του κυρίαρχου συστήματος. Μια επιβολή που αφορά, τόσο στην επιλογή των θεμάτων που προτείνονται στους αναγνώστες, όσο και στο χειρισμό τους, με την ποινή του παραγκωνισμού, της υποβάθμισης και τελικά της απόλυσης, αν δεν τηρούνται οι “άνωθεν” εντολές. Επιπλέον, υπάρχουν όλο και περισσότεροι νέοι και λιγότερο νέοι δημοσιογράφοι που βρίσκονται σε κατάσταση μόνιμης ανασφάλειας, λόγω του πολλαπλασιασμού των “ελευθέρων” επαγγελματιών στον κλάδο. Έτσι, η δυνατότητα ελιγμού αυτών των εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης μειώνεται σημαντικά, αν δεν απουσιάζει εντελώς. Επομένως, γίνεται εξαιρετικά δύσκολο να παραμείνει κανείς ελεύθερος σε έναν κόσμο που είναι όλο και λιγότερο ελεύθερος, υπό το άγρυπνο βλέμμα των μεγάλων και μικρών Big Brothers. Όλων αυτών των μορφωμάτων που πολλαπλασιάζονται σαν ιοί εδώ κι εκεί στις όλο και περισσότερο εσφαλμένες δημοκρατίες μας.»

Εκδοτικές ολιγαρχίες, αναξιοπιστία, μείωση αναγνωστικού κοινού: Πόσο επηρεάζει τη γελοιογραφία η γενικότερη κρίση του Τύπου;

«Η ανάπτυξη μιας οικονομικής δύναμης που έχει γίνει αστρονομική στα χέρια των ολιγαρχών, ως αποτέλεσμα των νέων τεχνολογιών και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, επέτρεψε τη συγκέντρωση και την αναδιαμόρφωση του γραπτού και οπτικοακουστικού Τύπου σχεδόν παντού στον κόσμο, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία νέων μορφών “δημοσιογραφίας” με επίκεντρο, πάνω απ' όλα, τον εντυπωσιασμό και τα “info-show”. Είναι μια διαδικασία απολύτως σύμφωνη με την αρχή της συστηματικής πλύσης εγκεφάλου αναγνωστών – ακροατών - τηλεθεατών και αυτό, φυσικά, σε βάρος της ελεύθερης, πληθυντικής, αντιθετικής και εμπλουτιστικής πληροφορίας. Το χαρτί είναι όλο και πιο ακριβό και οι αναγνώστες διαρκώς λιγότεροι, με αποτέλεσμα ο γραπτός λόγος να “στριμώχνεται” όλο και περισσότερο στις στήλες των εφημερίδων. Κάτι ανάλογο υφίστανται και οι γελοιογραφίες. Ο χώρος που είναι αφιερωμένος σε αυτές συρρικνώνεται, αν δεν εξαφανίζεται εντελώς, και οι διαφημίσεις “τσιμπολογούν” από το λευκό του χαρτιού που προοριζόταν για εκείνες. Η γελοιογραφία λοιπόν, γίνεται αντικείμενο “πολυτελείας” που οι εκδότες ισχυρίζονται ότι δεν μπορούν πλέον να το αντέξουν οικονομικά. Υπάρχουν πολλοί από αυτούς τους “Je suis Charlie” του 2015, που εκμεταλλεύονται την ανάμνηση της πολύνεκρης επίθεσης στο Charlie hebdo επειδή έτσι τους βολεύει. Στην πραγματικότητα όμως, οι γελοιογραφίες τούς φέρνουν φαγούρα. Οπότε, όλες οι προφάσεις είναι ευπρόσδεκτες για να περιθωριοποιήσουν τους σκιτσογράφους και να αδειάσουν το χώρο από τις γελοιογραφίες τους. Νομίζω ότι η χάρτινη πρέσα είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί, μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, λόγω της έλλειψης οικονομικών μέσων και αναγνωστών. Ως εκ τούτου θα πάψει να αποτελεί πεδίο έκφρασης των γελοιογράφων, είδος που απειλείται με εξαφάνιση όπως οι πολικές αρκούδες και οι μέλισσες. Φοβάμαι ότι σε μια τέτοια δυσμενή προοπτική, θα απομείνουν οι τοίχοι λίγων πολιτιστικών χώρων για να εκθέτουν τα έργα τους, που θα έχουν οριστικά αποκοπεί από τη φυσική τους έδρα, τον Τύπο. Θα είναι ο μόνος τρόπος για να συνεχίσουν να πιστεύουν στην ικανότητά τους να παρεμβαίνουν.»

Ποιες είναι οι συνέπειες από την επιβολή της πολιτικής ορθότητας στο πεδίο της γελοιογραφίας και της σάτιρας γενικότερα;

«Μετά την σφαγή της 7ης Ιανουαρίου 2015 στο Charlie hebdo είδαμε ότι το “πολιτικά ορθό” μπορεί να σκοτώσει. Η έλευση των κοινωνικών δικτύων έχει πολλαπλασιάσει την καταστροφική ικανότητα των ραδιοτηλεοπτικών μέσων. Μια συζήτηση ιδεών γρήγορα μετατρέπεται σε πόλεμο χαρακωμάτων από φορείς σκοτεινών σκέψεων, εκτοξευτές ύβρεων, αγωγούς αστήρικτων “ειδήσεων” και φανατικούς κυνηγούς του άντρα… ή της γυναίκας, που είναι το ίδιο πράγμα. Εν ολίγοις, το πιο σάπιο πράγμα σε μια ανθρωπότητα που εύκολα παρασύρεται, είναι ότι η ελευθερία καταλήγει να σκοτώνει την ελευθερία. Παράξενη και δραματική αντίφαση. Σήμερα, αρκεί απλώς να βγεις από τη γραμμή και να τολμήσεις να πεις ή ακόμα απλά να ψιθυρίσεις κάτι που στενοχωρεί τον Χ ή τον Ψ, για να γίνεις δακτυλοδεικτούμενος, να αποδοκιμαστείς, να σου ρίξουν λάσπη και να καταλήξεις στη σύγχρονη Ιερά Εξέταση που υπηρετεί τη Νέα Τάξη πραγμάτων. Μια “τάξη” φτιαγμένη από ταμπού και απαγορεύσεις που πολλαπλασιάζονται επ' άπειρον. Ωστόσο, το επάγγελμα του γελοιογράφου συνίσταται ακριβώς στο να λέει αυτό που δεν πρέπει να λέγεται και να κάνει ό,τι δεν πρέπει να γίνεται. Είναι προτιμότερο λοιπόν για τους νέους σκιτσογράφους να αλλάξουν δουλειά και να ψάξουν κάτι άλλο, προκειμένου να ικανοποιήσουν το κριτικό τους πνεύμα και τη δίψα τους για δημιουργικότητα, αλλά και τα μέσα για να πληρώσουν το νοίκι, τους λογαριασμούς και το φαγητό τους. Διότι αυτό το επάγγελμα δεν είναι μόνο καταδικασμένο να εξαφανιστεί αλλά, στο μεταξύ, έχει γίνει και εξαιρετικά επικίνδυνο.»

Πώς κρίνεις το ρόλο των κοινωνικών δικτύων; Συμβάλλουν θετικά, ή επιβάλλουν τη δική τους δικτατορία στη σάτιρα;

«Δεν εμπιστεύομαι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μπορείς να βρεις τα πάντα και οτιδήποτε εκεί, τα χειρότερα από τα χειρότερα, μερικές φορές τα όχι πολύ άσχημα και ακόμα πιο σπάνια τα αποδεκτά. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αποφάσισα να μην πατήσω ποτέ το πόδι μου στο τέλμα του Facebook και σε άλλα μολυσμένα νερά, γεμάτα με κροκόδειλους που θέλουν να κομματιάσουν, ατιμώρητα, την ανθρώπινη σάρκα. Όπως είπα προηγουμένως, στα κοινωνικά δίκτυα εκφράζεται η νέα Ιερά Εξέταση και λιντσάρονται χωρίς περιορισμούς τα πνεύματα που τολμούν να πάνε πέρα ​​από αυτό που επιτρέπουν οι αυτοανακηρυγμένοι λογοκριτές με την υποτιθέμενη δύναμη, θεϊκή ή μη, για το τι επιτρέπεται να πει ο καθένας και τι όχι. Κάνω μια εξαίρεση υπέρ του YouTube, το οποίο επισκέπτομαι συχνά. Μου επιτρέπει να επιλέγω ανά πάσα στιγμή τις πληροφορίες που με ενδιαφέρουν από μια μεγάλη γκάμα πηγών, έχοντας πρόσβαση σε πολλές και ποικίλες απόψεις, πιθανώς αντίθετες μεταξύ τους. Αυτό μου επιτρέπει να μην εξαρτώμαι από δημόσια ή ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, τα οποία “αποστάζουν” έναν διαμορφωμένο λόγο, στην υπηρεσία δύο αφεντικών: της πολιτικής εξουσίας, με όρους δημόσιας υπηρεσίας, και της οικονομικής ισχύος που διαθέτει η ιδιωτική τηλεόραση. Τα fake news δεν κυκλοφορούν μόνο στα κοινωνικά δίκτυα, ούτε αποτελούν προνόμιο υποτιθέμενων ή τεκμαιρόμενων συνωμοτών και άλλων εξτρεμιστών, που ειδικεύονται στην παραπληροφόρηση μεγάλης κλίμακας. Διότι, για παράδειγμα, εφημερίδες τόσο υψηλού κύρους όσο οι New York Times ή η Washington Post έχουν χρησιμεύσει ως αναμεταδότες για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, αμερικανικής αλλά και παγκόσμιας. Αρκεί να θυμηθούμε τη διακίνηση ψευδών πληροφοριών για την ύπαρξη όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ, επιτρέποντας στον Τζορτζ Μπους και την κλίκα των νεοσυντηρητικών να ρίξουν τα εξαγνιστικά πυρά τους σε αυτή τη χώρα. Έχουν χειραγωγηθεί αυτές οι εφημερίδες, ή έχουν ενεργήσει εν γνώσει τους; Ίσως λίγο και από τα δύο.»

Στην επαγγελματική σου καριέρα εισέπραξες αρνητικές αντιδράσεις για κάποιες γελοιογραφίες που ενόχλησαν; Τι αποτελέσματα έχουν τέτοιου είδους αντιδράσεις για τους ίδιους τους γελοιογράφους;

«Θα αναφέρω ένα παράδειγμα που νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικό. Στο Le Canard enchaîné έλαβα πριν από πολύ καιρό, δύο-τρεις επιστολές από την Ισραηλινή Πρεσβεία στο Παρίσι, στις οποίες με κατηγορούσαν ότι σε μια γελοιογραφία για αυτό που συνήθως αποκαλείται “ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση” άσκησα κριτική στην πολιτική αυτής της χώρας. Προφανώς, τα επίμαχα γράμματα κατέληξαν στο καλάθι των αχρήστων. Επρόκειτο για ξεκάθαρη περίπτωση παρέμβασης από τις αρχές μιας ξένης δύναμης στην άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης στον Τύπο μιας κυρίαρχης χώρας. Και αυτό συνεχίζεται, γιατί πρόσφατα έμαθα ότι η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε στην Πορτογαλία, όπου ο Ισραηλινός πρέσβης άσκησε πίεση στη διεύθυνση μιας εφημερίδας για να απολύσει ένα σκιτσογράφο της, τον Vasco Gargalo. Κατέστη “ένοχος” για μια γελοιογραφία που θεωρήθηκε αντισημιτική από τον εκπρόσωπο του Ισραήλ. Ο σκιτσογράφος δεν απολύθηκε, αλλά, στην πορεία, η γαλλική εβδομαδιαία εφημερίδα Courrier International, καθώς και η πόλη του Στρασβούργου, ακύρωσαν το βραβείο με την ονομασία “Ελεύθερα πενάκια για τη Δημοκρατία” (sic), που του είχαν απονείμει… παλαιότερα, για κάποιο άλλο σκίτσο του. Για την ιστορία και μόνο, το βραβευμένο/ακυρωμένο σκίτσο απέτινε φόρο τιμής στην Marielle Franco, μια εκλεγμένη Βραζιλιάνα αντιρατσίστρια, αντι-ομοφοβική ακτιβίστρια και αφοσιωμένη στον αγώνα κατά της αστυνομικής βίας, η οποία δολοφονήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο το Μάρτιο του 2018. Για να επιστρέψω στο ερώτημα για τις αρνητικές αντιδράσεις που προκάλεσαν κάποια σκίτσα μου, ακόμα πιο αστείο ήταν όταν έλαβα κάποτε μια επιστολή από αναγνώστη που με κατηγορούσε για μια γελοιογραφία που είχα δημοσιεύσει με αφορμή την 40ή επέτειο των Ανώνυμων Αλκοολικών. Σε αυτή, ένας χαρακτήρας που ήταν “ανώνυμος” εξαιτίας μιας μαύρης ταινίας που του κάλυπτε τα μάτια, υψώνοντας ένα άδειο ποτήρι αναφωνούσε: “Αξίζει να το γιορτάσουμε!”. Ο αναγνώστης εκείνος απαίτησε να ζητήσω συγγνώμη και ο –τότε– αρχισυντάκτης, Claude Angeli, μου ζήτησε ευγενικά να το κάνω με χαμόγελο. Το έκανα κατά κάποιο τρόπο, αλλά αργότερα. Σε μια άλλη επέτειο των A.A., σχεδίασα τον ίδιο τύπο με τη διαφορά ότι δεν ύψωνε το –άδειο ξανά- ποτήρι του, ούτε έκανε κάποια σκωπτική πρόποση. Το σκίτσο, εντούτοις, απορρίφθηκε από κάποιον επόμενο αρχισυντάκτη. Ποιος ξέρει; Ίσως, στο μεταξύ, ο ιός της “πολιτικής ορθότητας” είχε εισχωρήσει κρυφά στον εγκέφαλο αυτού του άλλου αρχισυντάκτη.»

Υπάρχουν αισιόδοξα παραδείγματα συναδέλφων σου που συνεχίζουν απτόητοι, παρά τα εμπόδια που υψώνονται στο επάγγελμά σας;

«Νομίζω ότι οι περισσότεροι από τους “επιζώντες” αυτού του επαγγέλματος συνεχίζουν να το ασκούν με θάρρος και αποφασιστικότητα, χωρίς να πτοούνται από το φόβο κάποιου τρελού που, καραδοκώντας στη σκιά της ισλαμικής τζιχάντ, παρακολουθεί τις δημοσιεύσεις των σκίτσων τους, πιθανώς και τις δημόσιες τοποθετήσεις τους, και απειλεί να τους κόψει τον λαιμό με το παραμικρό αστείο. Υπάρχουν, εντούτοις, διάφοροι τρόποι να “δολοφονηθεί” ένας σκιτσογράφος και πιστεύω ότι στην παρούσα στιγμή οι “δράστες” πρέπει να αναζητούνται περισσότερο στην πλευρά των αρχισυντακτών και των υπερκείμενων διευθυντών τους. Εκείνων που τηρούν αυστηρά, και ευλαβώς, τις εντολές της πολιτικής ορθότητας, φροντίζοντας να αφαιρούν από τις σελίδες των εφημερίδων οποιαδήποτε σατιρική αναφορά θα μπορούσε να “ενοχλήσει”, μεταξύ πολλών άλλων, τους ισλαμιστές όλων των αποχρώσεων. Δεν θα μπορούσα να τελειώσω χωρίς να αναφέρω τους ήρωες, άγνωστους ή αναγνωρισμένους, που έπεσαν στο πεδίο τιμής ενός Τύπου που θέλει να είναι ελεύθερος και ανεξάρτητος. Να μνημονεύσω εκείνους τους δημοσιογράφους, σε ολόκληρο τον κόσμο, που δολοφονήθηκαν επειδή δημοσίευσαν όσα “δεν έπρεπε”. Στο Μεξικό, στην Κολομβία, στη Ρωσία, στην Ολλανδία, στη Μάλτα, ή στην Τουρκία για λογαριασμό της Σαουδικής Αραβίας, δημοσιογράφοι πλήρωσαν με τη ζωή τους το δικαίωμά μας στην ελεύθερη και ειλικρινή ενημέρωση. Αυτή τη στιγμή, το μέλλον και η ελευθερία του πληροφοριοδότη Τζούλιαν Ασάνζ, στο οποίο ο παγκόσμιος Τύπος οφείλει ένα μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας του, διακυβεύεται επειδή κατήγγειλε, με αποδεικτικά στοιχεία, τα αμέτρητα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν με πλήρη νομική ατιμωρησία. Μια τελευταία λέξη για να θυμηθούμε και να τιμήσουμε τον Παλαιστίνιο σκιτσογράφο Naji al-Ali. Έναν ακούραστο μαχητή, με μόνο όπλο το πενάκι του, που εναντιώθηκε στην ισραηλινή κατοχή και σε όλους εκείνους που γλεντούν με τη δυστυχία του λαού του. Ο Naji al-Ali δολοφονήθηκε στο Λονδίνο, το 1987, χωρίς να έχει ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα, ούτε ο δράστης, ούτε οι χορηγοί του. Πολύ πριν το Charlie hebdo, οι δολοφόνοι των σκιτσογράφων ήταν ήδη μια υπαρκτή απειλή, αλλά δρούσαν στη σκιά. Και το “παιδί” του Naji al-Ali, ο μικρούλης Χαντάλα που σημαίνει πικρία στα αραβικά, μια εμβληματική φιγούρα των προσφύγων που γιορτάζεται σχεδόν παντού στη Μέση Ανατολή, αλλά και στη Δύση, “γεννήθηκε” το 1969 στο χαρτί και σταμάτησε να μεγαλώνει. Η δολοφονία του Παλαιστίνιου σκιτσογράφου στέρησε από το μικρούλη ήρωα τη δυνατότητα να επιστρέψει κάποτε στη χώρα του. Μια χώρα που δεν τον είδε να γεννιέται στα χώματά της. Μια “χώρα” που συρρικνώνεται όλο και περισσότερο.»


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: