___________
Τα πράγματα και η απώλειά τους
_______________
Μερικές φορές τα βιβλία έρχονται και σε βρίσκουν στις πιο απρόσμενες συζητήσεις. Κάνοντας μια βόλτα στα Εξάρχεια προ καιρού με τον Ι., κι ενώ κατευθυνόμασταν προς ένα φωτογραφείο με αγωνία για να δούμε αν μια παλιά, οικογενειακή φωτογραφική μεσαίου φορμά που του έφερα απ’ τη Θεσσαλονίκη ακόμη λειτουργεί, του διηγήθηκα το παρακάτω περιστατικό:
Ο Γ., έχοντας πάλι ξεσηκώσει από το ίντερνετ κάποια συνταγή, είχε βαλθεί να κάνει υγιεινή πραλίνα με χουρμάδες και φουντούκια. Για τον σκοπό αυτό, αντικατέστησε μάλιστα το παλιό μας μούλτι (γιατί δεν ήταν τόσο δυνατό κι όλο έβγαζε προβλήματα) και πήρε ένα νέο, πιο ισχυρό και πιο ωραίο (με μεγαλύτερο κάδο). Άρχισε, λοιπόν, ένα απόγευμα να χτυπάει μανιωδώς τα φουντούκια στο μούλτι. Κάποια στιγμή τον ακούω να αναθεματίζει και να μαλώνει με το μούλτι. Πηγαίνω στην κουζίνα να δω τι έχει συμβεί και βρίσκω τον Γ. να έχει περάσει απ’ την οργή στην απογοήτευση.
«Ούτε αυτό το μούλτι λειτουργεί, χάλασε με την πρώτη!».
Παραξενεύτηκα. Μα τόσο ψεύτικα πια, τόσο; Πλησίασα το μούλτι. Το άγγιξα στο «καπάκι». Έκαιγε. Έκαιγε όπως καίνε οι δερμάτινες θέσεις αυτοκινήτων το καλοκαίρι. Νόμιζα ότι θα άφηνα το δέρμα των δαχτύλων μου πάνω.
«Μα αυτό σε λίγο θα ανατιναχτεί! Είδες πώς καίει; Ας περιμένουμε».
Περιμέναμε κι οι δύο καθισμένοι στο τραπέζι της κουζίνας, αμίλητοι, με τα μάτια στραμμένα στο μούλτι. Κατά διαστήματα το αγγίζαμε.
«Συνήλθε;»
«Ακόμη».
Κάποια στιγμή, το μούλτι τα κατάφερε, ήρθε στη σωστή του θερμοκρασία. Με νέες δυνάμεις, σαν να μην είχε σβήσει ποτέ, ξαναρίχτηκε στη δουλειά και έβγαλε ασπροπρόσωπο τον Γ. που το αγόρασε. Και τα φουντούκια τα θρυμμάτισε και πραλίνα τα έκανε μαζί με τους χουρμάδες, και το αποτέλεσμα βγήκε πεντανόστιμο τελικά.
Πλένοντας μετά τον κάδο και τον κόφτη, μου ήρθε επιφοίτηση.
«Είμαι σαν το μούλτι κι εγώ!», είπα στον Γ., «μόνο που είμαι λιγότερο έξυπνη. Ή παλιότερο μοντέλο. Το μούλτι, όταν υπερφόρτωσε, έριξε την ασφάλειά του, είπε “δεν μπορώ άλλο, χρειάζομαι λίγη ξεκούραση”. Ενώ εγώ; Έχω ήδη καεί και συνεχίζω να γυρνάω τον κόφτη. “Λίγα φουντούκια ακόμη”, λέω».
Έξω απ’ το φωτογραφείο πάλι, ο Ι. άκουσε την ιστορία σκασμένος στα γέλια για την ταύτισή μου με ένα μούλτι. «Έχω burnout σου λέω, πρέπει να βρω ισορροπία ανάμεσα στα δημιουργικά που θέλω να κάνω και σε όσα κάνω για βιοπορισμό». Τότε ήταν που εμφανίστηκε το βιβλίο.
«Πικρή ζωή κι ένα μούλτι», σχολίασε ο Ι.
«Τι είναι αυτό;».
«Α, ένα βιβλίο του Luciano Bianciardi. Θα σου αρέσει πολύ. Είναι η ζωή του κατά κάποιον τρόπο. Κάποιος που αγαπάει τα βιβλία, τη λογοτεχνία, μεταφράζει, αλλά αυτό είναι κι η δουλειά του και μετά… Ενώ μοιάζει dolce vita, τελικά του γίνεται vita agra, πικρή… Ο βιοπορισμός και η απόλαυση κάνουν συνέχεια τραμπάλα. Έχει πλάκα».
Και το βιβλίο είχε όντως πλάκα κι από τότε το σκέφτομαι κάθε φορά που χρησιμοποιώ το μούλτι, μα το σημαντικότερο: μπήκε πλέον ως μια παροιμιώδης φράση για το σπίτι μου και τη ζωή μου κάθε που με ρωτούν πώς πάνε τα πράγματα.
«Συμπαθητικά. Πικρή ζωή κι ένα μούλτι».
Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.
__________________
Το όνομα της στήλης είναι εμπνευσμένο από τη φράση του David Grossman «τα βιβλία είναι το μοναδικό μέρος στον κόσμο, όπου μπορούν να συνυπάρχουν τα πράγματα και η απώλειά τους».