ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥΣ
Ήταν μια από εκείνες τις μέρες που ο Γ. τελείωσε το μεσημεριανό του μάθημα στη σχολή και ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος και ζεστός. Καιρός να μη θες να γυρίσεις σπίτι, ειδικά αν δεν έχεις μπαλκόνι να κάτσεις να ευχαριστηθείς την απογευματινή ανοιξιάτικη αύρα. Με πήρε λοιπόν τηλέφωνο και μου λέει: «Πάμε να φάμε στην πλατεία Μερκούρη;» Άλλο που δε θέλω κι εγώ, «πάμε», του λέω.
Μην τα πολυλογώ, κάτσαμε στην πλατεία για φαγητό και κρασί (ή ρακή, δε θυμάμαι τώρα), ωστόσο έχει σημασία ότι κάτι πίναμε. Δεν πέρασε πολλή ώρα κι εμφανίστηκε στο πάρκο, ανάμεσα σε πολλούς άλλους που κάθονταν στα παγκάκια, κι ο κύριος Ευάγγελος. Τότε ακόμη εμείς δεν ξέραμε το όνομά του, το μάθαμε στη συνέχεια. Συμπαθητική και ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία ο κ. Ευάγγελος. Ίσως κάποιος θα έλεγε πως ήταν γραφικός. Καθόταν μόνος του σ’ ένα παγκάκι αλλά ταυτόχρονα δεν ήταν μόνος, γιατί γνώριζε και χαιρετούσε όλους όσους περνούσαν από εκεί και τον χαιρετούσαν κι αυτοί με το όνομά του.
Το δικό μας τραπεζάκι ήταν ακριβώς πίσω από το παγκάκι του κ. Ευάγγελου, αλλά για αρκετή ώρα φαινόταν να μη μας δίνει καμία απολύτως σημασία. Εκείνο όμως που έξαφνα τον έκανε να στρέψει την προσοχή του πάνω μας ήταν ένα τηλεφώνημα που είχα. Στο τηλεφώνημα αυτό συζητούσα κάτι για την περφόρμανς και για τα Βαλκάνια και για βιβλία και εκδόσεις. Όσην ώρα μιλουσα, έβλεπα τον κ. Ευάγγελο να κοιτάζει σαν παιδί μες στα μάτια και να προσπαθεί να με κατανοήσει ως πλάσμα, κάπου να με κατατάξει ίσως, να καταλάβει τι καπνό φουμάρω τέλος πάντων.
Όταν έκλεισα το τηλέφωνο, ο κ. Ευάγγελος αρχίζει να με ρωτά αν ξέρω ποιος ήταν ο Μερκούρης που πήρε το όνομά του η πλατεία. Εξαιρετικά σπάνια δεν ανταποκρίνομαι σε τέτοιες συζητήσεις με αγνώστους, ιδιαίτερα μάλιστα όταν δεν είμαι και μόνη, οπότε άρχισα να πιάνω κουβεντούλα με τον κ. Ευάγγελο. Ο Γ. δεν πολυμιλούσε, αλλά με τον τρόπο του συμμετείχε στη συζήτηση. Ποια συζήτηση, βέβαια. Για να είμαστε ακριβείς, ο κ. Ευάγγελος έκανε ένα αδιάλειπτο name dropping, κινούμενος από τη μουσική (συνήθως άκουγε Τρίτο Πρόγραμμα, αλλά του άρεσαν κι οι μπαγλαμάδες, όμως –τι κρίμα!– δυστυχώς του είχε χαλάσει το τρανζιστοράκι, η παρέα του, εκείνες τις μέρες) στο θέατρο και τον Χορν και τον Ροντήρη, καταλήγοντας φυσικά στην ποίηση.
Εκεί πια, όπως το λέει η παροιμία, «κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι». Τι Ρίτσο, τι Σεφέρη, τι Βάρναλη, μέχρι και Σαχτούρη απήγγειλε ο νέος μου φίλος – κι εδώ που τα λέμε είναι κι ο ίδιος μια σαχτουρική μορφή. Κι άλλους είπε, ίσως και όχι τόσο γνωστούς όσο αυτούς που μπόρεσα να συγκρατήσω. Η κατάσταση ξέφυγε όταν ανάμεσα στο «στην υγειά σας» που κάναμε εμείς απ’ την ταβέρνα κι αυτός με τη ρετσίνα «κεχριμπάρι» από το περίπτερο μού άρχισε και τα τεστ. Ποιος έγραψε αυτό, ποιος έγραψε το άλλο, πώς συνεχίζεται ο στίχος, και δώσ’ του εμείς με τη ρακή (να το! ρακή πίναμε τελικά) κι εκείνος με τη ρετσινούλα του. Γελούσαν μούσια και μουστάκια. Μετά πιάσαμε τα ραδιοφωνικά έργα. Άκουγε λογοτεχνία και θέατρο στο ραδιόφωνο! Χαιρόμασταν εμείς, χαιρόταν κι αυτός, τι ανέλπιστη επικοινωνία ήταν αυτή, χωρίς ποτέ να ρωτήσει ο ένας τον άλλον τι κάνει, με τι ασχολείται. Μόνο τα ονόματα, για τις προπόσεις δηλαδή, και όλα όσα τόσην ώρα λέγαμε αρκούσαν για να γνωριστούμε. Κάπως σαν διαπιστευτήρια. Τα διαβατήρια μας σ’ αυτόν τον κόσμο (καλά θα ήταν!).
Κάναμε να φύγουμε, πέρασε η ώρα. Μας λέει «καθίστε παιδιά, εδώ στο πάρκο, θα κεράσω κρασάκι». Βρήκαμε μια δικαιολογία, ούτε θυμάμαι, ωστόσο, ό,τι κι αν ήταν, ακόμη το μετανιώνω. Τι ψυχή είχε να κάτσουμε λίγο ακόμη όλοι μαζί να χαρούμε την ποίηση και το ανοιξιάτικο βραδινό αεράκι;
Καιρός να μη θες να γυρίσεις σπίτι, ειδικά αν δεν έχεις μπαλκόνι να ευχαριστηθείς· ειδικά αν δεν έχεις ανθρώπους να μοιραστείς.
_____________
Το όνομα της στήλης είναι εμπνευσμένο από τη φράση του David Grossman «τα βιβλία είναι το μοναδικό μέρος στον κόσμο, όπου μπορούν να συνυπάρχουν τα πράγματα και η απώλειά τους».