Επιστολές ή περί άλλα...

Ο Ρέιμοντ Τσάντλερ αγκαλιά με τη ... γραμματέα του
Ο Ρέιμοντ Τσάντλερ αγκαλιά με τη ... γραμματέα του



ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ
ΡΕΪΜΟΝΤ ΤΣΑΝΤΛΕΡ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ
ΤΣΑΡΛΣ ΜΟΡΤΟΝ


19 Μαρτίου 1945

Αγαπητέ Τσαρλς

Κάποιος, ονόματι Ίνκστεντ,1 με φωτογράφισε πριν από λίγο καιρό για το Harper’s Bazaar (ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς γιατί) και μια φωτογραφία, όπου κρατάω στην αγκαλιά την γραμματέα μου, βγήκε πραγματικά πολύ ωραία. Όταν λάβω τη δωδεκάδα που έχω παραγγείλει, θα σου στείλω μία. Ίσως θα πρέπει να προσθέσω ότι η γραμματέας μου είναι μια μαύρη περσική γάτα 14 ετών και την αποκαλώ έτσι επειδή βρίσκεται δίπλα μου από τότε που άρχισα να γράφω, καθισμένη συνήθως πάνω στο χαρτί που θα ήθελα να χρησιμοποιήσω ή στο αντίγραφο που ήθελα να διορθώσω, άλλες φορές ακουμπισμένη πάνω στη γραφομηχανή και μερικές φορές ήσυχη στην άκρη του γραφείου μου, κοιτάζοντας απλώς έξω από το παράθυρο, σα να λέει: «Φίλε, αυτά που κάνεις είναι χάσιμο του χρόνου μου». Το όνομά της είναι Τάκι (αρχικά ήταν Τάκε, αλλά κουραστήκαμε να εξηγούμε ότι πρόκειται για ιαπωνική λέξη που σημαίνει μπαμπού και πρέπει να προφέρεται σε δύο συλλαβές),2 και έχει μνήμη που ούτε ελέφαντας μπορεί καν να διανοηθεί. Συνήθως είναι ευγενικά απόμακρη, αλλά, μια στο τόσο, την πιάνει μια διάθεση αντιπαράθεσης και μου αντιμιλά επί δέκα συνεχόμενα λεπτά. Μακάρι να ήξερα τι προσπαθεί να πει τότε, όμως υποψιάζομαι ότι όλα τούτα καταλήγουν σε μιά ιδιαίτερα σαρκαστική εκδοχή του «Μπορείς και κάτι καλύτερο». Αγαπούσα τις γάτες σε όλη μου τη ζωή (δεν έχω τίποτα εναντίον των σκύλων, εκτός από το ότι έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη να ασχολείσαι μαζί τους) και δεν κατάφερα ποτέ να τις καταλάβω πλήρως. Η Τάκι είναι ένα απόλυτα ισορροπημένο ζώο και ξέρει πάντοτε ποιος αγαπάει τις γάτες· δεν πλησιάζει ποτέ κάποιον που δεν τις αγαπά, αλλά πηγαίνει πάντα κατευθείαν σε αυτόν που τις αγαπάει πραγματικά, όσο κι αν έφτασε αργά, όσο κι αν της είναι άγνωστος. Δεν μένει όμως κοντά τους για πολύ· απλώς δέχεται μερικά χάδια και συνεχίζει την βόλτα της. Έχει ένα άλλο περίεργο χαρακτηριστικό (που μπορεί να είναι ή και να μην είναι σπάνιο) ότι δεν σκοτώνει ποτέ κανένα. Τα φέρνει πίσω ζωντανά και αφήνει εσένα να τα πάρεις από κοντά της. Έχει φέρει συχνά μέσα στο σπίτι πράγματα όπως ένα περιστέρι, ένα μπλε παπαγαλάκι και μια μεγάλη πεταλούδα. Η πεταλούδα και το παπαγαλάκι ήταν εντελώς απείραχτα και έφυγαν σα να μην είχε συμβεί τίποτα. Το περιστέρι την παίδεψε λίγο, προφανώς επειδή δεν του άρεσε να το περιφέρει, και είχε μια μικρή κηλίδα αίματος στο στήθος. Το πήγαμε όμως σε έναν ειδικό για πουλιά και πολύ σύντομα ήταν εντάξει. Απλώς λιγάκι ταπεινωμένο. Τα ποντίκια τα βαριέται, αλλά τα πιάνει εφόσον επιμένουν και τότε πρέπει να τα σκοτώσω εγώ. Έχει ένα μειωμένο, θα έλεγα, ενδιαφέρον για τους σκίουρους και θα παρακολουθήσει μια τρύπα σκίουρου με σχετική προσοχή, αλλά οι σκίουροι δαγκώνουν και, τελικά, υπάρχει κανείς, ούτως ή άλλως, που να θέλει έναν σκίουρο; Έτσι, απλώς προσποιείται ότι, αν είχε διάθεση, θα μπορούσε να πιάσει έναν.
Μας συνοδεύει όπου κι αν πάμε, θυμάται όλα τα μέρη που έχει επισκεφτεί στο παρελθόν και συνήθως νιώθει σαν στο σπίτι της οπουδήποτε. Ένα-δύο μέρη, όμως, την ενόχλησαν – χωρίς να ξέρω γιατί. Απλά, εκεί δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Μετά από λίγο ήμασταν σε θέση να καταλάβουμε τι ήθελε να πει. Ότι, πιθανότατα, εκεί είχε γίνει κάποτε ένα φονικό με τσεκούρι κι εμείς θα ήμασταν πολύ καλύτερα κάπου αλλού. Ότι μπορεί αυτός ο τύπος να ξαναγύριζε. Μερικές φορές με κοιτάζει με μια μάλλον περίεργη έκφραση (είναι η μόνη γάτα απ’ όσες ξέρω που σε κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια) και έχω την υποψία ότι κρατάει κάτι σαν ημερολόγιο, γιατί η έκφρασή της μοιάζει να λέει: «Αδελφέ μου, νομίζεις ότι τα πας καλά τις περισσότερες φορές, έτσι δεν είναι; Αναρωτιέμαι πώς θα ένιωθες αν αποφάσιζα να δημοσιεύσω μερικά απ’ αυτά που έχω καταγράψει σε περίεργες στιγμές». Είναι φορές που συνηθίζει να κρατάει χαλαρά το ένα της πόδι ψηλά και να το κοιτάζει σκεπτική. Η γυναίκα μου πιστεύει πως υπονοεί να της πάρουμε ένα ρολόι χειρός. Δεν το έχει ανάγκη για πρακτικούς λόγους – ξέρει την ώρα καλύτερα από μένα – αλλά, τελικά, ίσως να ήταν ωραίο να έχει και κάποιο κόσμημα.
Δεν ξέρω γιατί τα γράφω όλα αυτά. Μάλλον επειδή δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο, ή – και τώρα αρχίζει να γίνεται ανατριχιαστικό – είμαι αλήθεια εγώ αυτός που τα γράφει; Μήπως… Όχι, πρέπει να είμαι εγώ. Πες πως είμαι εγώ. Φοβάμαι.

                        Ρέι



1. Πρόκειται για τον Αμερικάνο φωτογράφο John Engstead, γνωστό για τα πορτραίτα ηθοποιών και ανθρώπων του κινηματογράφου του Χόλιγουντ και φωτογράφο μόδας. Την δεκαετία του 1940 εργαζόταν για το περιοδικό Harper’s Bazaar.
2. Στα αγγλικά Taki και όχι Take, όπως to take.

...και εδώ.
...και εδώ.



Ο Ρέιμοντ Τσάντλερ (Raymond Chandler, 1888-1959) ήταν ήδη διάσημος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων και σεναρίων για το Χόλιγουντ. Είχε γίνει γνωστός με τα πρώτα του μυθιστορήματα, τα πασίγνωστα Ο μεγάλος ύπνος (The Big Sleep) και Αντίο γλυκειά μου (Farwell, My Lovely) δημιουργώντας τον χαρακτήρα του σκληρού ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου. Τα βιβλία του μεταφέρθηκαν πολλές φορές στον κινηματογράφο με μεγάλη επιτυχία.

Ο Τσάρλς Μόρτον (Charles Morton, 1899-1967) ήταν δημοσιογράφος και Associate Editor από το 1941 μέχρι το 1967 του γνωστού αμερικανικού περιοδικού The Atlantic Monthly με το οποίο συνεργαζόταν τακτικά ο Ρέιμοντ Τσάντλερ.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: