Πριν 500.000 χρόνια εμφανίστηκε ένα νέο είδος στην πανίδα της Γης, ο άνθρωπος: Το πιο επικίνδυνο είδος στον πλανήτη, καθώς οι επιλογές και οι δραστηριότητές του έχουν άμεσο αντίκτυπο σε όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα και στο οικοσύστημα. Εξαρχής, αντιμετώπισε με επιπολαιότητα και σκληρότητα τα ζώα και τη φύση, λειτουργώντας ως στυγνός καταναλωτής και μετατρέποντας τη Γη σε κάδο απορριμμάτων. Ωστόσο, κάποιοι τον παρακολουθούσαν.
Αυτή είναι, με λίγα λόγια, η ιστορία της ταινίας κινουμένων σχεδίων «ΜΑΝ» (τουτέστιν ο άνθρωπος), η οποία κυκλοφόρησε το 2012 διαδικτυακά και διαδόθηκε αστραπιαία, κατορθώνοντας σε λίγα λεπτά να πει πολλά για την καταστροφική παρουσία του ανθρώπου. Την ταινία υπογράφει ο Στιβ Κατς, ένας πολυσχιδής δημιουργός με έδρα το Λονδίνο, ο οποίος ειδικεύεται στη ζωγραφική, τη γλυπτική, την εικονογράφηση και τα κινούμενα σχέδια. Οι καλλιτεχνικές του επιρροές ποικίλλουν, από σκιτσογράφους όπως ο «πάπας» των αμερικανικών αντεργκράουντ κόμικς, Ρόμπερτ Κραμπ, μέχρι ζωγράφους όπως ο Φράνσις Μπέικον και σκηνοθέτες όπως οι αδελφοί Κοέν, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ή ο Ρίντλεϊ Σκοτ. Οι βασικότερες επιρροές του, πάντως, προέρχονται από τον κόσμο γύρω του – και γύρω μας. «Στόχος μου είναι να κάνω τους ανθρώπους να μιλήσουν για τα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία», έχει πει. «Φυσικά, ορισμένα έργα έχουν ένα πιο απροκάλυπτο μήνυμα, αλλά συνολικότερα δημιουργήθηκαν σε μεγάλο βαθμό για να μας κάνουν να σκεφτούμε περισσότερο τον τρόπο που ζούμε».
Οι ταινίες του Στιβ Κατς συχνά παρουσιάζουν ανθρωπομορφικούς χαρακτήρες σε ζοφερά αστικά περιβάλλοντα, αποκαλύπτοντας τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης και τη μεγαλομανιακή αντίληψη για κυριαρχία στον πλανήτη. Ο ασίγαστος καταναλωτισμός, η εκβιομηχάνιση και η καταστροφική σχέση του ανθρώπου με τη φύση, την άγρια ζωή και το περιβάλλον σχολιάζονται αιχμηρά στην ταινία, η οποία ξεκινά με τον ολετήρα πρωταγωνιστή να περπατά ξέγνοιαστος στον χώρο και στον χρόνο φορώντας μια μπλούζα με το απόλυτα ειρωνικό WELCOME στο στήθος. Στο πέρασμά του σκοτώνει, καταστρέφει και μολύνει με διαρκώς αυξανόμενους ρυθμούς, αφήνοντας πίσω του βουνά από σκουπίδια. Η ταινία τον απεικονίζει ως παρασιτικό καταναλωτή, ο οποίος υποτάσσει βάναυσα τα ζώα και ισοπεδώνει παρθένα οικοσυστήματα για να χτίσει πανύψηλες, ασφυκτικές μητροπόλεις και απέραντους χώρους ταφής απορριμμάτων.
Το αισθητικό ύφος της ταινίας αποπνέει μια αίσθηση των παλαιών ασπρόμαυρων κινουμένων σχεδίων του 1920 και 1930. Διαφέρει, ωστόσο, από το ξεκαρδιστικά αισιόδοξο σύμπαν τους, καθώς αυτός επιμένει στη σκοτεινή εκδοχή του πραγματικού. Η απόκλιση συντελείται και στο επίπεδο της μουσικής, που μοιάζει με διεστραμμένη εκδοχή του σκετς «Ο μαθητευόμενος μάγος», με τον Μίκι Μάους, στην κλασική «Φαντασία» του Ντίσνεϊ. Η ταινία δεν έχει πρωτότυπη μουσική επένδυση, βασίζεται «Στην Αίθουσα του Βασιλιά του Βουνού», ένα κομμάτι ορχηστρικής μουσικής που συνέθεσε ο Έντβαρντ Γκριγκ το 1875 για το «Πέερ Γκιντ» του Ίψεν. Η εντυπωσιακή διασκευή στην ταινία, έγινε από την πιανίστα και συνθέτρια της τζαζ, Ανάτ Φορτ, ενώ η επιτυχία της τράβηξε την προσοχή του τραγουδιστή Μόμπι, ο οποίος στη συνέχεια προσέλαβε τον Κατς για να δημιουργήσει βίντεο κλιπ κινουμένων σχεδίων που προωθούσαν τα τραγούδια του.
Παρότι, όμως, έχει σημειώσει τεράστια διαδικτυακή δημοτικότητα και αναγνώριση από τους κριτικούς στην κοινότητα των κινουμένων σχεδίων (αποκτώντας, το 2020 ένα σίκουελ, με τον ίδιο αντιήρωα στην περίοδο του Covid), η ταινία δεν έχει κερδίσει κάποιο σημαντικό παραδοσιακό βραβείο όπως είναι το Όσκαρ ή τα Βραβεία Άνι που απονέμει ο Διεθνής Κινηματογραφικός Σύνδεσμος Κινουμένων Σχεδίων (ASIFA). Η κύρια διάκρισή της ήταν ―και παραμένει― η ευρεία απήχηση και οι κριτικοί έπαινοι που έχει λάβει για το ισχυρό περιβαλλοντικό της μήνυμα. Ο ίδιος έχει πει σχετικά: «Μου αρέσει να δημιουργώ κινούμενα σχέδια για τη ζωή και την κοινωνία γενικότερα. Η γενικευμένη τρέλα της ανθρωπότητας είναι για μένα μια σχεδόν ατελείωτη πηγή έμπνευσης».