Είναι που δε μας πάει πλέον να μιλάμε με τους τρόπους που γνωρίζαμε; Είναι που αλλάξαν οι καιροί και δεν πουλιούνται πλέον οι επαναστάσεις; Στο φτωχικό σου να επιστρέφεις και να λες κι ευχαριστώ. Να λες και μη χειρότερα, έτσι που το ψιθύριζε η μάνα σου στην άλλη κατοχή. Και το ‘λεγε για να ξορκίσει όποιον δε χαιρότανε ούτε με τα μικρά, ούτε με τα μεγάλα, όποιον διόρθωνε τους χρόνους των ρημάτων να μην πέσει κάτω ένα και αναποδογυρίσει ο κόσμος όλος, διόρθωνε, διόρθωνε, κι έφευγε η ζωή του αλιβάνιστη. Μα ήταν κι άλλοι που το λέγανε ότι ζωή χωρίς πυξίδα ―μια πέτρινη βεράντα, να κοιτάς τον εαυτό σου λίγο πάνω από το μπόι σου και να καμαρώνεις― είναι ζωή για πέταμα. Κι οι δυο σκιές γρονθοκοπούνταν μέσα στο στομάχι σου ασταμάτητα, στήνοντας με το λίγο και με το πολύ καινούργιο πόλεμο, έτσι, να φεύγουνε τα χρόνια δίχως πόνο. Κι ανάμεσα στις δυο σκιές, που ήταν κάπως συγγενείς, σκιές αγαπημένοι δεσμοφύλακες που πάντα σε συνόδευαν ―από τη μια ο μεροκαματιάρης, με της κάθε μέρας τα μωρά φαντάσματα, από την άλλη ο ήρωας με το χάρτινο καπέλο, που κάρφωνε βαθιά στο νου τα πιο ψηλά φαντάσματα― ανάμεσά στους δυο, είχες κι εσύ εγκαταστήσει την αιώρα σου, να σε κοιτά ο εγγονός σου και να λέει πως κάπως μοιάζεις με άνθρωπο κανονικό. Κι αυτά, μην και μια μέρα που αφηρημένος θα ξεφύλλιζες τις σκέψεις των ανθρώπων γύρω σου, δεις να περνάει μέσα τους μια υποψία ότι κάτω από της καλοσύνης σου τον εύφορο βυθό κόχλαζε αργά, επίμονα, τυραννικά, μακριά απ’ του κόσμου τα αυτιά και των προνοητικών τα μάτια, ένα ιδιωτικό ηφαίστειο, ένας Βεζούβιος να πεις, με το βαθύ ροχαλητό του να φυλάει απ’ τους ληστές που παραμόνευαν. Και μια βράδια, πίσω απ’ τον μπερντέ των αγαθών προθέσεων θα τιναζόταν να ξεσκίσει κάθε οθόνη, να χυθεί στην επιφάνεια, ο άγνωστος, που μες σε μια αστραπή θα άρπαζε το μαυρομάνικο απ’ το μπαουλάκι με τα σύνεργα της επαιτείας ―ήτανε του πατέρα σου, θυμάσαι, αυτό το μπαουλάκι― θα άρπαζε το μαχαίρι που ‘χες μες στα χρόνια σου ξεχάσει. Κι ήτανε δίκοπο, γιατί τα τίμια μαχαίρια δίνουν μια φορά το λόγο τους και ύστερα σωπαίνουν. Και θα χυνότανε ο άγνωστος, ο σκοτεινός, ο άρχοντας, ο μαριονετοπαίχτης, μ’ όλη τού παρελθόντος την αποθησαυρισμένη οργή, να μακελέψει όποιον ήξερε πως του ‘πρεπε. Μα όχι, δεν θα τα επέτρεπες αυτά οι άλλοι να τα ξέρουν. Μα κι όταν κάποτε συνέβαιναν ―γιατί χωρίς αμφιβολία θα συνέβαιναν, τότε που θα ‘ταν ώριμος καιρός να σπείρει βρέφη αποτρόπαια― ο τελευταίος που θα μάθαινε τα νέα θα ‘σουνα εσύ. Γιατί η βία έχει και αυτή τη μπέσα της, και μια καταραμένη ρίζα που βυζαίνει το βυζί άλλης πατρίδας. Και τότε κάποιος από πίσω θα ψιθύριζε όσα είχες ξεχάσει, υποβολέας εγγαστρίμυθος, κοιτάζοντας προς το κοινό με χείλη ερμητικά ραμμένα. Και θα ‘ταν τώρα η γλώσσα σου σιδηροδέσμια, γλώσσα του πεπρωμένου, γλώσσα αναπότρεπτη, και θα μιλούσε με κουβέντες σκεπασμένες του τρελού την κουρελού, να τις κοιτά ο κόσμος και να μην τρομάζει. Γιατί δεν είναι οι σωστές οι λέξεις των καθηγητών σημειωματάριο, κι ούτε κολλαριστή των σπουδαγμένων γνώση να τη βάλεις στην κορνίζα. Είναι σάρκα και αίμα που κοχλάζει ασταμάτητα, κι ένα μηχανοστάσιο που θα καταχτυπάει τη γιορτή του όσο που του ‘ναι γραμμένο. Και τώρα σου ‘μενε μόνος εχθρός ο τρόμος που ΄χες να κατατροπώσεις στη μεγάλη μάχη, με μία κίνηση που δεν την ήξερες, όπως γυρνάς πλευρό στον ύπνο σου και πέφτεις έξω απ’ το κρεβάτι, και γίνονται για λίγο οι κόσμοι ένας μες στα σπλάχνα σου, γίνονται τα όνειρα πραγματικότητα χωρίς κανείς στο ελάχιστο να δυσανασχετήσει. Έτσι θα προσπερνάς τον ίδιο σου τον εαυτό, θα τον αφήνεις λίγο πίσω στον μεγάλο Μαραθώνιο, με πίστη και με εμπιστοσύνη, γιατί ποιος ξέρει για να πει τι Έρεβος κατεδαφίστηκε για να χτιστεί αυτός ο εαυτός, ποια πρόθυμη πλευρά προσφέρθηκε για να πλαστεί η δεύτερη η Εύα μέσα σου, η αβάφτιστη, με μάτια ακόμα διάπλατα ανοιχτά, γεμάτα έκπληξη, ποιος φύσηξε ζωή στο στήθος σου να ξέρεις αύριο κι εσύ να πεις ποιος είσαι;
*
Ξεσκίστηκε η πανοπλία του, αυτή που φόραγε τις καθημερινές. Κι ήτανε τέτοια η αγυρτεία όσων κράταγαν του βίου του τα χαλινάρια, των εισβολέων που ήτανε πολιτικοί και υπηρέτες πιο μεγάλων αφεντάδων ―καμία η διαφορά για όποιον ακούει καλοκουμπωμένα ψέματα μες στα δελτία των ειδήσεων― ήτανε τέτοια ανεκλάλητη η χυδαιότητα, ξεδιάντροπος ο τρόπος που πατούσανε τις λασπωμένες σόλες τους στους λίγους καθαρούς του τόπους, που έμαθε πια να βλέπει ολόκληρο το σχέδιο, τη μηχανή, την προϊούσα εξαπάτηση. Κι όσο κι αν οι εχέφρονες τον συμβουλεύανε να συναινεί, να κάτσει ήσυχος στα αυγά του ―τώρα, να, θα ερχόταν το συσσίτιο― αυτός τους λοιδορούσε. Δεν του ‘κανε καρδιά η τόση απαξίωση, η βεβαιότητα ότι μιλούσαν σε κρετίνους, ο καλοζυγισμένος τρόπος τους να σπρώχνουν πόντο-πόντο τον αδύναμο βαθιά στην ασφυξία του τσιγγούνη κόσμου. Εκείνοι ζούσαν ασφαλώς σε σπίτια δίχως καθρέφτη για να κοιταχτούνε, και σφραγισμένους τοίχους, να μη φτάνουν οι λυγμοί εκείνων που ήταν σε απόγνωση. Έτσι μιλούσαν για τη φτώχια όπως θα ‘λυναν εξίσωση. Μικροί μαφιόζοι που το ξέραν πώς φωνάζει ο κλέφτης, και τι σπουδαία είναι η οχλαγωγία στη δημοκρατία, κανένας δεν ακούει όταν οι πολλοί μιλούν, μιλήστε όλοι σας λοιπόν. Και λάδωναν τις υποκλίσεις οι νεοδωσίλογοι. Πίσω από τις κουρτίνες τούς μιλούσανε τα λόγια τού προγόνου, αυτού που ήξερε στους δύσκολους καιρούς να λέει το καλό της οικογένειας ―ω! να την πάλι η αγία οικογένεια!― μια οικογένεια και μόνη πάνω απ’ όλες τις πατρίδες. Πού τώρα τόπος για Νικηταράδες και Καραϊσκάκηδες και για μια Παναγιά απαρηγόρητη, εκεί ψηλά, πάνω απ’ των δικαστών τα έδρανα και μέσα στων σχολείων τις αίθουσες; Εδώ θα έλαμπαν οι νεομάρτυρες. Κι αυτοί δεν είχαν σώμα για να αγγίξεις τις πληγές του, μουστάκι για να στρίψεις την αξιοπρέπεια, τσεμπέρι να τυλίξεις τα μαλλιά σου για την άλλη ώρα. Είχαν λογότυπα φτιαγμένα απ’ τη χρυσοχέρα τής AI, και ήχους να χωρούν στη γλώσσα των διαφημιστών, ήχους σαν σάρκας σκίσιμο πάνω στον πάγκο του νεκροτομείου. Κι οι άλλοι; Έννοια σου, ήταν κι ετούτοι προνοητικοί. Μάθανε να πουλάνε την αντίρρηση στην πρέπουσα τιμή, να ΄χουνε αύριο ψίχουλα να ζήσουν τα παιδιά τους. Έτσι και τώρα οι κατακτητές δεν εκτελούσανε, όπως οι Γερμανοτσολιάδες κάποτε, μα έθαβαν τους ανθρώπους ζωντανούς κάτω απ’ την οχλαγωγία της ανοησίας, που με έξοδα υποτελών πλημύριζε κάθε αναπνοή. Και πώς να σφάξεις μ’ ένα τόσο δα μαχαίρι τον δικτατορίσκο που γυρνά την πλάτη του γιατί δε σε χρειάζεται, αφού η θέση σου έχει πια καταλειφθεί απ’ τον αλγόριθμο; Ένα ολόγραμμα κι αυτός, χωρίς σταγόνα αίμα να χυθεί στο πάτωμα να σε λυτρώσει. Ό,τι κι αν τώρα πεις, είναι μοιραίο να χαθεί στον πάτο της ανυπαρξίας, κάτω απ’ τον πληθωρισμό των λέξεων, βαθιά στο καλοκουρντισμένο βάραθρο των σκέψεων που δεν εναρμονίζονται.
*
Τώρα, όλο και περισσότερο έμοιαζε το παιγνίδι με παρτίδα σκάκι που ανατροφοδοτούσε ένα εξακολουθητικό και αναπότρεπτο ρουά ματ. Κάπου μακριά, πραγματικοί Πέρσες έχαναν, όχι στη σκακιέρα, μα μες στο ίδιο το παλάτι του, τον πραγματικό τους βασιλιά. Γύρω από ετούτο το σημείο της ανάγνωσης των δεδομένων, ήταν που το δικό του όριο ανάμεσα στη λογική και στο παράλογο γινόταν όλο και πιο δυσδιάκριτο. Κι αφού το όριο εξέλιπε, γιατί να μην ακολουθήσει καθαρά το θυμικό του, να ανασύρει από τα σύνεργα τη σκοτεινή λεπίδα; Έτσι κι αλλιώς, όσοι πια έμπαιναν στο σπίτι του ήτανε συγγενείς, που μέρα με τη μέρα έμοιαζαν με τέρατα μιας Αποκάλυψης ήδη συντελεσμένης. Μα πότε γίναν όλα αυτά; Πότε μας ξύπνησε ο εφιάλτης; Όπως κι αν είχε, τώρα ήταν η στιγμή. Μέσα στον λήθαργο της συνείδησης, φίλοι γινόντουσαν οι εχθροί κι εχθροί οι φίλοι. Περπάτησε τα λίγα βήματα ως το υπόγειο. Δίπλα στο τελευταίο σκαλοπάτι είδε το μπαούλο κλειδωμένο από δεκαετίες.
*
Στην άκρη εκείνου του ξυπνήματος, την ώρα που έτριβε τα βλέφαρα, κι ενώ δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα ποιος κόσμος ήταν τώρα που ξυπνούσε, είδε φίλους και συγγενείς να στέκονται κάτω από ένα πελώριο τραπέζι, σκυλιά που περιμένουν ένα ψίχουλο να πέσει. Επάνω στο τραπέζι είχε ολοκληρωθεί το φαγοπότι. Κάτω απ’ το τραπέζι όλοι φανταζόντουσαν τα πιάτα ακόμα πλήρη εδεσμάτων. Στέκονταν με ορθάνοιχτο το στόμα, περιμένοντας λουκάνικα και χοιρομέρια να κυλίσουνε στα πεινασμένα χάσματα, τα εξαίσια κρασιά να βρέξουν τα στεγνά λαρύγγια. Κι ήταν εδώ και οι καλύτεροι της υφηλίου μουσικοί που είχαν συνθέσει εξαίσια ορχηστρικά εδέσματα, που τα διηύθυναν μαέστροι ονομαστοί. Και παρελαύναν Κουρεντζήδες και Φον Καραγιάννηδες μαζί με τους Φουρτβέγκλερ και καμιά φορά έναν Μητρόπουλο, και όλα τώρα ήταν αγγελικά, και όλα ήταν κόσμος όμορφος. Διευρύνονταν τα στόματα και πλαταγίζανε οι γλώσσες, προσμένοντας το ψίχουλο κάτω απ’ τους ήχους της Ενάτης του Μπετόβεν, κι είναι τώρα ωδή χαράς, κι είναι ζωή ολάκερη που πέρασε μέσα σε ιλιγγιώδη ευωχία, και το ρολόι του ουρανού χτυπά στο βάθος ασταμάτητα. Χτυπάει τώρα και το καμπανάκι για τον τελευταίο γύρο. Φτάνει στο τέλος ο αγώνας, να, ο Μαραθώνιος με την κορδέλα που διαμελίζει είναι εκεί, λιπόθυμη η λαιμητόμος στο σωστό της ύψος, και τώρα στόμα και κορμός βρίσκονται ξαφνικά σε άλλους κόσμους. Διαρρηγνύονται οι μασέλες να προεκταθούν, μην πέσει κάτω ένα ψίχουλο χαράς, και πάνω από τα στόματα σιγή αθώα βασιλεύει, σιγή νεκρώσιμη, σιγή τού τάφου μια φορά ακόμα. Γιατί το στόμα που έμεινε ανοιχτό για χρόνια εκλιπαρώντας, είχε ήδη ξεχάσει να μιλά.
[Επάνω στο τραπέζι συνεχίζεται το φαγοπότι.]